Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

Στον λαβύρινθο του Ostrohe.


                                                                        Β. Γερμανία,  10 Αυγούστου 2014.


Πυκνό δάσος και δέντρα ολόγυρά μου. Χωματόδρομος μαλακός κι ατέλειωτος, στρίβει, διακλαδίζεται, τραβά στο πουθενά. Ακολουθώ βέλη από πριονίδι στο έδαφος που δείχνουν την κατεύθυνση κι αναρωτιέμαι τι θα συμβεί αν ο αέρας ή μια βροχή τα διαλύσει. Αγωνίζομαι για να μην χάσω επαφή με την Γερμανίδα κυρία που τρέχει μπροστά μου. Φαίνεται να ξέρει το δρόμο και η παρουσία της είναι μια κάποια ασφάλεια εδώ που βρέθηκα. Αλλοίμονο μου αν χαθώ. Δεν έχω άποψη για το συγκεκριμένο δάσος, αλλά τα δάση στη Γερμανία έχουν έκταση νομού. Ακόμα και σε πάρκα Γερμανικών μεγαλουπόλεων έχω χαθεί 3 φορές στο παρελθόν. Απρόσμενα πράγματα επιφυλάσσει η μοίρα, σκέφτομαι διαρκώς.
Το Ostrohe δεν το ήξερε ούτε ο Έλληνας σερβιτόρος που εργαζόταν 18 χρόνια σε μια πόλη 80 χιλιόμετρα παρά κει. Ούτε φυσικά ξέρει κανείς τον παγκοσμίως άγνωστο μαραθώνιό του, αν κι αυτός διεξάγεται ανελλιπώς επί 34 συνεχόμενα έτη. Τα τελευταία 20 την πιστολιά την ρίχνει ο ίδιος άνθρωπος. Η εγγραφή μου, μόλις 17 ευρώ, ήταν δώρο έκπληξη από την παρέα μου, μιας και θα βρισκόμασταν κάπου κατά κει, στα βόρεια, εκείνες τις μέρες. Πως το ανακάλυψαν, απορώ. Επιπλέον, μέχρι και πέρσι η έκπληξη θα ήταν ευχάριστη, αλλά φέτος με προβληματίζει. Έχω να τρέξω σε ευθεία από την Πρωτοχρονιά, όπου για το καλό του έτους ο αδερφός μου με παρέσυρε σε ασφάλτινη προπόνηση 30 χιλιομέτρων. Όταν τέλειωσε δεν ήξερα που να βάλω τα πόδια μου. Έκτοτε, βουνά μόνο και λαγκάδια.
Έτσι, δεδομένου του ξαφνικού που περιέχει κάθε έκπληξη της τελευταίας εβδομάδας, βρίσκομαι να διαθέτω μόλις 3 μέρες για προσαρμογή. Επιλέγω την Τρίτη για long run, την Τετάρτη για ταχύτητες, (λέμε τώρα), την Πέμπτη για τέμπο, (λέμε τώρα), Παρασκευή και Σάββατο τουρισμός, και την Κυριακή είτε βγαίνουν 42 χιλιόμετρα, είτε το συμπέρασμα πως 3 μέρες δεν αρκούν για προετοιμασία μαραθωνίου.
Βρίσκομαι στις 8 το πρωί σ’ ένα χωριό, σ’ ένα στάδιο, σ’ ένα τοπικό γυμναστήριο, ενός τοπικού συλλόγου. Κάτι σαν ο Σύλλογος Δρομέων του Πεδίου του Άρεως ν’ αποφάσιζε να οργανώσει μαραθώνιο. Όλοι γύρω μου χαιρετιούνται με τα μικρά τους ονόματα. Αισθάνομαι ο μόνος άγνωστος. Κοιτώ την αναρτημένη λίστα συμμετοχών του μαραθωνίου. 31 άτομα. Μ’ αναφέρει ως κάτοικο Βερολίνου - από εκεί έγινε η αίτηση σε μια γερμανόγλωσση ιστοσελίδα. Σκέφτομαι να δηλώσω την καταγωγή μου, αλλά αποφασίζω πως καλύτερα να τελειώσω πρώτα τον αγώνα, μην πάει κάτι στραβά και βεβηλώσω την πατρίδα.
Κοιτώ με δέος την άσφαλτο που ανοίγεται στην αφετηρία. Πως θα πατήσω πάλι σε τέτοιο πράγμα; Αλλά δεν κρατά ούτε χιλιόμετρο. Αμέσως στροφή και βρίσκεσαι μέσα σε δάσος. Αυτό κι αν είναι έκπληξη. Το χώμα είναι μαλακό, θα με καθυστερήσει, αλλά έτσι κι αλλιώς για 5 ώρες με υπολογίζω, δεν χάθηκε ο κόσμος για κάτι παραπάνω. Βάζω τ’ ακουστικά στ’ αυτιά. Μελωδίες κάτω από τα δέντρα. Μόνο που το mp3 μου παίζει πέντε τραγούδια και σβήνει. Το ξανανοίγω, ξανασβήνει. Το θεωρώ μαλακισμένο, όπως και το προηγούμενο που είχα, αλλά κι αυτό μάλλον με θεωρεί κρετίνο, όπως ακριβώς με θεωρούσε και το προηγούμενο που είχα. Κρίμα να ξεμείνω από μουσική, είχα βασιστεί σ’ αυτήν. Το κεφάλαιο που θα γράψω κάποτε για τη σχέση της μουσικής με το τρέξιμό μου, ή μάλλον για τη σχέση των σύγχρονων μηχανημάτων αναπαραγωγής με το τρέξιμό μου, θα είναι από τα πιο δραματικά.
Στο βιβλίο Run Wild που κουβαλώ μαζί μου στο ταξίδι o Boff Whalley επί 275 σελίδες πλέκει το καλύτερο εγκώμιο που έχω διαβάσει ποτέ για το ορεινό τρέξιμο. (Αν και τον βρίσκω πολύ αυστηρό απέναντι στους συνηθισμένους μαραθώνιους). Ο συγγραφέας δεν κατανοεί γιατί κάποιοι προτιμούν τη μουσική αντί για το θρόισμα του ανέμου, το κελάιδισμα των πουλιών, ή απλώς την ανάσα τους. Συμφωνώ. Ποτέ δεν έχω μαζί μου μουσική στο βουνό. Αλλά στον ίσιο δρόμο είναι αλλιώς. Εδώ, τώρα, βρίσκομαι σε κάτι ενδιάμεσο. Ίσιος δρόμος μέσα στη φύση. Θα ήθελα μουσική.
Σε λιγότερο από μια ώρα αρχίζουμε να διασταυρωνόμαστε με γρηγορότερους δρομείς. Αποδεικνύεται πως ο δρόμος διαγράφει οκτάρια, κύκλους, μεγάλες στροφές, που δεν μπορώ ν’ αποστηθίσω. Σε έρημα σημεία μοναχικοί άνθρωποι της διοργάνωσης σημειώνουν στα χαρτιά τους, μετράνε, καταγράφουν. Τα πρόσωπα των δρομέων επαναλαμβάνονται, ενθαρρύνονται, ανταλλάσσουν κουβέντες μεταξύ τους. Τα μικρά ονόματα δίνουν και παίρνουν.
Εντάξει, λοιπόν. Δεν θέλω να παραμείνω ο μόνος άγνωστος. Αφού η έλλειψη μουσικής δεν μου επιτρέπει κλείσιμο στον εαυτό μου θα γνωρίσω κι εγώ τους συναθλητές μου. Μπροστά μου μια μεσήλικας κυρία. 45; Μπορεί και πάνω από 50, το τρέξιμο σε δείχνει πιο νέο. Μια νεαρότερη, κάτω από 30, μας προσπερνά ζωηρά, αλλά δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ το ρυθμό, κι επιβραδύνει. Η επιπολαιότητα της νεολαίας, σκέφτομαι. Την χαιρετώ και την αφήσω πίσω. Πολύ βιάστηκε. Τς, τς, τς. Επιπόλαια νεολαία.
Πλησιάζουμε έναν ηλικιωμένο. Α, είναι αυτός ο 74αρης που ανέφεραν στην εκκίνηση. Στην πλάτη η μπλούζα του αναγράφει 100 marathon club. Εντυπωσιακό. Έχει κάνει 100 μαραθώνιους, ε;
Αλλά κι εγώ φοράω ένα ένδοξο μπλουζάκι. Κλασικός μαραθώνιος Αθήνας, 2,500 χρόνια από τη μάχη. Πάνω του τα ονόματα 4 φίλων και λόγκο από ινστιτούτο έρευνας κατά του καρκίνου. Πρωτοβουλία Εγγλέζου φίλου, που είχα αποφασίσει να το ξεφορτωθώ γιατί οι δάφνες στο στήθος παραπέμπουν σε εμβλήματα παρόμοια μ’ αυτά που χρησιμοποιεί και το λεγόμενο μόρφωμα του πολιτικού μας χώρου. Μετά την πρόσφατη ανάβασή μου στις Ιουλιανές Άλπεις το πέταξα με πόνο στα σκουπίδια. Την άλλη μέρα το πρωί το έβγαλα από τα σκουπίδια, το έριξα στο πλυντήριο και το φορώ σήμερα. Έχει δίκιο ο φίλος μου ο Βαγγέλης, δεν θ’ απαρνηθούμε εμείς αυτά που αγαπάμε για να τα κάνουμε χάρισμα στους τυχάρπαστους.
Ο ηλικιωμένος δρομέας με ρωτά για το μπλουζάκι κι αναφέρω περήφανα τις συμμετοχές μου στην κλασική. Εκφράζω και τον θαυμασμό μου γι’ αυτόν, πάνω από 100 μαραθωνίους, έ; Μου λέει κάτι που ξεκινά από χίλια. Τι εννοεί, τα χιλιόμετρα που έχει κάνει στη ζωή του; Αντιλαμβάνεται την αμηχανία μου και συμπληρώνει: Έχω κάνει 3 φορές το Σπάρταθλο, λέει. Είναι ο αγώνας από την Αθήνα μέχρι την Σπάρτη, επεξηγεί, γεγονός που θα μπορούσε να εκληφθεί κι ως προσβολή αφού φυσικά και ξέρω τι είναι Σπάρταθλο. Αλλά νιώθω πραγματικό δέος. Αν και αργός ο ρυθμός μου είναι γρηγορότερος από τον δικό του. Τον συνοδεύω για λίγο και διστάζω πριν αποφασίσω να φύγω μπροστά. Παρά τον σεβασμό μου παρατηρώ το σκεβρωμένο, κυρτό, πάνω μέρος του κορμιού του. Καταλαβαίνω πως 74 χρόνια είναι μεγάλο βάρος και μπορεί να λυγίσει ένα σώμα, εν τούτοις δεν το θεωρώ φυσιολογικό. Ξέρω πολλούς κοτσονάτους στην ηλικία του. Αποφασίζω τον Σεπτέμβριο ν’ αυξήσω το πρόγραμμα των βαρών, έστω και σε βάρος του τρεξίματος.
Ξανά από απέναντι οι προπορευόμενοι. Η πρώτη γυναίκα πασίχαρης, τσουγκρίζει παλάμες. Δεν καταφέρνω να υψώσω αρκετά το δικό μου χέρι, την βρίσκω στον καρπό κι ελπίζω πως δεν την πόνεσα πολύ. Την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε θα είναι το ίδιο χαρούμενη κι ενθαρρυντική, αλλά δεν το ρισκάρει. Αισθάνομαι πολύ νωρίς την κούραση. Στις 2,5 ώρες του πρόσφατου long run δεν είχα νιώσει τίποτα, και τώρα οι πόνοι έχουν εμφανιστεί από την 1,5 ώρα. Και δεν έχω κάνει παραπάνω από 13 χιλιόμετρα. Σε κάποιον παλαιότερο μαραθώνιο είχα συμπληρώσει τόσα την πρώτη ώρα. Απελπισία. Στα 20 χιλιόμετρα είμαι κουρασμένος του θανατά. 20 χιλιόμετρα στο βουνό, κάτι σαν τον αγώνα στο Πάικο, θα ήταν σήμερα μια ευχάριστη βόλτα. 20 χιλιόμετρα ισιάδι, παλαιότερα, θα ήταν μια συνηθισμένη προπόνηση.
Τώρα δεν το αισθάνομαι ούτε βόλτα ούτε συνηθισμένη προπόνηση. Αλλά δεν θέλω να επιβαρύνω την κατάστασή μου με αρνητικές σκέψεις. Αποφασίζω να σκεφτώ ευχάριστα πράγματα. Αρκετά ευχάριστα μου συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό. Όλα τα Σαββατοκύριακα μου είναι διαμάντια, μ’ αποζημιώνουν για τα ζόρια των καθημερινών ημερών. Όμορφες στιγμές γεμίζουν τις μέρες μου. Και, το σπουδαιότερο, είδα μαρμότα. Πάντα ήθελα να το δω αυτό το ζωάκι, που το ‘χω σχέδιο σε ένα μπλουζάκι μου της φίρμας Marmot. Το είδα σε μια κορυφή των Ιουλιανών Άλπεων, μόλις μια βδομάδα πριν.
Αλλά η κούραση κι ο πόνος ανεβαίνουν. Η μονοτονία προβλέπεται ανυπόφορη. Το δάσος έχει καταπιεί τους δρομείς. Μπροστά μου, μόνη παρουσία, η Γερμανίδα. Η μακριά κοτσίδα της πάλλεται σαν εκκρεμές. Πρέπει να ξεφύγω από δω, αλλιώς δεν την βγάζω. Έτσι η σκέψη μου δραπετεύει από τον αγώνα. Ξεκινώ αυτό το κείμενο ενόσω τρέχω. Καταγράφω στο μυαλό μου περιστατικά κι συναισθήματα.
Την κυρία μπροστά μου μια την περνώ, μια με περνά. Συνήθιζα να τρέχω μαραθώνιους κάποτε, μου λέει. Κι εγώ συνήθιζα να τρέχω μαραθωνίους κάποτε, της απαντώ. Αλλά σήμερα δεν ξέρω τι πρόκειται να συμβεί, αυτό το λέω στον εαυτό μου, κι έχω μια περιέργεια. Περιέργεια είναι αυτό που σκοτώνει τις γάτες και ενίοτε ορισμένα ανώτερα θηλαστικά. Αλλοίμονο, αυτήν τη στιγμή δεν νομίζω πως έχω καμιά ικανότητα πιο ανεπτυγμένη από τις γάτες, χώρια που δεν διαθέτω άλλες έξι ζωές καβάντζα.
Κάποτε απομακρύνεται, σιγά σιγά. Ναι, πάει σιγά, παρ’ όλα αυτά απομακρύνεται. Ούτε τόσο δεν μπορώ ν’ ακολουθήσω, αναλογίζομαι και στεναχωριέμαι πάλι. Ξανασκέφτομαι την μαρμότα. Είμαι τυχερός άνθρωπος, ζω τόσα όμορφα πράγματα.
Και ξαφνικά το δάσος γεμίζει ζωή. Έχει δοθεί εκκίνηση για παράλληλους αγώνες, 3.5, 5, 10, 21 χιλιομέτρων, σκυταλοδρομίες. Γερμανοί όλων των κατηγοριών, μεγεθών και σχημάτων διασταυρώνονται παντού. Παιδιά και ηλικιωμένοι. Όσο μικρότερος ο αγώνας τόσο γρηγορότεροι. Όσο μεγαλύτερος τόσο πιο αργοί. Οι αργοί στον μαραθώνιο θα αποτελούσαμε τη βάση της τροφικής αλυσίδας κάποτε, ωστόσο προκαλούμε συμπάθεια σήμερα, ακόμα και θαυμασμό σε κάποιους που νιώθουν την ανάγκη να μας συμπαρασταθούν. Πρωτοφανές κρυφτό και κυνηγητό μέσα στο δάσος. Άνθρωποι βγαίνουν και ξαναχάνονται στις συστάδες. Κάποτε, όταν παρατραβούσε αυτό, ακουγόταν από μακριά η φωνή της μαμάς μου που με καλούσε στο σπίτι. Τότε έκανα πως δεν ακούω, αλλά αν γινόταν να με φωνάξει τώρα θα επέστρεφα στο σπίτι και θα την άφηνα να με λούσει στη σκάφη με το σαπούνι που έτσουζε τα μάτια.
Μπροστά μου μια γυναικεία μορφή στο μέγεθος του Κόναν του βάρβαρου κινείται με δυσκολία. Όσο την πλησιάζω νιώθω νάνος. Πως κουμαντάρονται τέτοιες γυναίκες, αναλογίζομαι και προσθέτω βάρη στη νοητή μπάρα του γυμναστηρίου. Μετά τα αφαιρώ, τόσα κιλά ακόμα κι αν τα σηκώσουν τα χέρια δεν τα σηκώνει η μέση μου, ούτε με τη βοήθεια τη φαντασίας. Την χαιρετώ όπως την προσπερνώ. Αποδεικνύεται νέα κοπέλα με όμορφο πρόσωπο, δεν ξέρω σε ποιον αγώνα αποφάσισε να συμμετέχει, αλλά ασθμαίνει ανησυχητικά. Μετά η ανάσα της σβήνει. Γυρνώ και την βλέπω σταματημένη, σκυφτή, με τα χέρια στα γόνατα. Μια συναθλήτριά της προσπαθεί να την βοηθήσει. Έχει βρει κάτι σαν τοίχο μάλλον.
Παραδόξως στον σημερινό μαραθώνιο φοβάμαι τα πάντα εκτός από αυτό που λέγεται «τοίχος». Είχα την εμπειρία αρκετές φορές παλαιότερα, αλλά τώρα, με την ταχύτητα των 7 λεπτών το χιλιόμετρο, ακόμα και μια κυριολεκτική σύγκρουση σε ντουβάρι δεν θα είχε σοβαρές συνέπειες. Αχ, ο μαραθώνιος έγινε πάλι αυτό που ήταν κάποτε. Κάτι κοπιαστικό και επίπονο. Κι αυτό που με πολλούς κόπους είχα καταφέρει, να βγάζω δηλαδή έναν μαραθώνιο οποιαδήποτε στιγμή, χωρίς να στερούμαι καν την προπόνηση ούτε της προηγούμενης ούτε της επόμενης μέρας, ανήκε στο παρελθόν, όπως και οι χρόνοι μου, και σε βουνό και σε άσφαλτο.
Το δράμα της ζωής μου. Προσπαθώντας να είμαι καλός σε πολλά, δεν κατάφερα να είμαι πραγματικά καλός σε τίποτα. Παρηγορούμαι πιστεύοντας πως πέτυχα κάποτε έναν αξιοπρεπή μέσο όρο σε όλα. Αλλά, πόσα χιλιόμετρα μένουν ακόμα, δεν έχω ιδέα. Οι σταθμοί είναι ακανόνιστοι, τα εφόδια ελάχιστα, λίγο τσάι, λεπτές φλούδες μπανάνα, ακόμα και το νερό περιορισμένο. Δεν πίνουν νερό οι Ευρωπαίοι, περίεργοι οργανισμοί. Και η σήμανση του αγώνα μπερδεμένη, βλέπω τα ίδια νούμερα συνέχεια. Ποια στροφή αντιστοιχεί στην πινακίδα του 30 χιλιομέτρου που είχα δει τα πρώτα 15 λεπτά; Σκέφτομαι φιλικά πρόσωπα, τον Σάκη, την Άντζελα, την Γεωργία, που κατάπιαν σε πρόσφατο αγώνα τους 180 χιλιόμετρα, και προσπαθώ να πάρω θάρρος. Δεν κάνω δα και κάτι σπουδαίο. Για δες σύμπτωση, όμως, και οι τρεις που σκέφτηκα καταφέρνουν να είναι καλοί σε κάθε τερέν. Άρα είναι δυνατόν για κάποιους χαρισματικούς. Ξαναθυμάμαι την μαρμότα.
Και ξαφνικά διαπιστώνω πως, το ίδιο απότομα όπως εμφανίστηκαν, έχουν εξαφανιστεί όλοι. Είμαι μόνος σ’ ένα αχανές δάσος, σ’ έναν ατέρμονο λαβύρινθο χωρίς έξοδο, απ΄ όπου περνώ ξανά και ξανά από τα ίδια μέρη. Φοβάμαι πως δεν θα τελειώσει ποτέ αυτός ο εφιάλτης. Πως θα μείνω να περιπλανιέμαι εδώ αέναα, μια λάθος στροφή είναι αρκετή για κάτι τέτοιο. Θυμάμαι τον Νίκολσον στην τελευταία σκηνή της 'Λάμψης'. Δεν είμαι τόσο ψυχοπαθής όπως ο Νίκολσον στην ταινία, αλλά αν χαθώ εδώ νομίζω πως θα με βρει ο χειμώνας και θα έχω το ίδιο τέλος μ’ αυτόν. Μια παγωμένη έκφραση κι ένα mp3 στο τσεπάκι, που αν βρει φωνή θα πει πως το ήξερε ότι ήμουν κρετίνος.
Κι όμως νάτη. Η κυρία, μπροστά μου. Περπατά. Γρήγορα, αλλά περπατά. Μάλλον κουράστηκε. Κάνω μια προσπάθεια να την φτάσω, μου προσφέρει σιγουριά η παρουσία της. Όπως την πλησιάζω αρχίσει να τρέχει πάλι. Αλλά όποιος περπατήσει μια φορά στον μαραθώνιο θα το ξανακάνει. Το ξανακάνει. Μια περπατά, μια τρέχει. Μια την πλησιάζω, μια απομακρύνεται. Αλλά ξέρω πως δεν θα την χάσω πια.
Αρχίζω να μαθαίνω τα πρόσωπα στους σταθμούς. Κάποιοι καθιστοί σε καρέκλα, κάποιοι όρθιοι. Πως αντέχουν όρθιοι τόσες ώρες, είναι πιο δύσκολο από αυτό που κάνουμε εμείς. Έχουμε περάσει το τετράωρο και πια η κυρία περπατά για μεγαλύτερα διαστήματα. Την φτάνω κάποτε, αλλάζουμε άλλες δυο κουβέντες, χάλια τα αγγλικά της, ανύπαρκτα τα γερμανικά μου. Άλλα 10 χιλιόμετρα λέει το ρολόι της. Οκ, θα τα καταφέρω, έχω την αίσθηση. Φεύγω. Μοναξιά, αλλά θα τελειώσει. Στους σταθμούς με χαιρετάνε στα γερμανικά, αλλά καταλαβαίνω πως είναι αποχαιρετισμός, δεν θα ξαναπεράσω από εδώ. Είναι η τελευταία φορά που τους βλέπω. Συνήθως οι αποχαιρετισμοί μου φαίνονται θλιβεροί, αλλά τώρα χαίρομαι που δεν θα ξαναδώ αυτά τα συμπαθητικά πρόσωπα. Ο κύριος στην καρέκλα της τελευταίας στροφής σημειώνει και μου δείχνει μια ακόμα φορά το δρόμο. Ακολουθώ την υπόδειξη, αλλά….
Μα, γιατί; Όχι πως έμαθα το δρόμο απ’ έξω, αλλά ξέρω πως πρέπει να περάσω στην άσφαλτο για να οδεύσω προς τον τερματισμό. Γιατί με στέλνει στη στροφή που ξαναμπαίνει στην καρδιά του δάσους; Αν έχει κάνει λάθος στο μέτρημα; Αν μπω από αμέλεια στο πράσινο χάος. Αν τελειώσει ο αγώνας, αν φύγουν όλοι και μείνω μόνος να περιπλανιέμαι αιωνίως σαν την άδικη κατάρα μέσα στους μέλανες δρυμούς;
Δεν θέλω να ζήσω κάτι τέτοιο. Περιμένω, κάνοντας δήθεν διατατικές. Η κυρία θα φανεί κάποτε, και θα ξέρει προς τα πού πρέπει να πάμε. Πράγματι, έρχεται. Πάλι μαζί. Πάλι στο δάσος. Πάλι μπροστά από κάποιες μεσόκοπες της διοργάνωσης που βιάστηκα ν’ αποχαιρετίσω πριν. Γελούν και με χαιρετούν ζωηρότερα τώρα. Δεν είναι, αλλά μοιάζει κοροϊδία. Σταματώ μπροστά τους. Αρκετά κράτησε αυτό το αστείο. Που είναι η έξοδος από αυτό το δάσος; Έξιτ, που είναι το έξιτ; Εκείνο το ανθρωπάκι που βλέπουμε να τρέχει στις ταμπέλες των κλειστών χώρων, σε ποιο κορμό βρίσκεται;
Μου δείχνουν προς στο μέρος που τρέχει η κυρία. Ακολουθώ και τώρα νομίζω πως πράγματι τελειώνει. Η κυρία επιβραδύνει απελπιστικά. Σκέφτομαι πως το σωστό είναι να την περιμένω να τερματίσουμε μαζί, αλλά θέλω τόσο να λήξει όλο αυτό. Και κάπου φαίνεται η άσφαλτος.
Στρέφω πίσω μου μια τελευταία φορά μήπως και τη δω, αν είναι κοντά θα την περιμένω. Αλλά, ποια είναι αυτή; Άλλη περίμενα να δω, άλλη βλέπω. Μα, ναι, είναι η κοπέλα της αρχής, που πίστεψα πως είχε υπερεκτιμήσει τις δυνάμεις της. Μας έφτασε, εμάς, τους ώριμους δρομείς. Τα νιάτα κερδίζουν την ωριμότητα σήμερα. Τς, τς τς. Η κυρία έχει μείνει πολύ πίσω.
Αλλά ίσα για λίγα μέτρα ακόμα νομίζω πως θα βρω δυνάμεις. Δεν χρωστώ καμιά υποχρέωση στη νεαρή και δεν θέλω να με περάσει. Έτσι, μόλις με φτάνει, βάζω τα δυνατά μου για να την ακολουθήσω. Και αν κουραστεί θα βάλω τα λίγο δυνατότερα για να την περάσω. Που θα τα βρω, ένας θεός ξέρει. Στην άσφαλτο ένας διοργανωτής, μάλλον ο πρόεδρος του συλλόγου, μας συνοδεύει με το ποδήλατο. Χαμογελαστός, ευγενικός, έχει μάθει από την παρέα μου για την καταγωγή μου. Ανοίγουμε κουβέντα. Ναι, έτρεξα στην επετειακή κλασική, του λέω. Έχω τρέξει πολλούς μαραθώνιους, αλλά τελευταία τρέχω μόνο στα βουνά. Τότε αυτό που κάνεις σήμερα είναι εύκολο, επεμβαίνει στην κουβέντα η κοπέλα, δίπλα μου. Όχι, είναι δυσκολότερο, της λέω. Ευκολότερο είναι αυτό το οποίο συνηθίζει να κάνει κάποιος. Ανοίγει κι άλλο το ρυθμό, την ακολουθώ με δυσκολία. Λες;
Στο ξεκίνημα η άσφαλτος μου είχε φανεί πιο σύντομη. Τώρα μακραίνει. Που είναι ο τερματισμός; Ο νεαρός πρόεδρος συνεχίζει να μας συνοδεύει με έκδηλη ευδιαθεσία. Το Π φαίνεται, αλλά δεν αντέχω πια το ρυθμό της νεαρής. Ώρα του στρίβειν δια της ευγενείας. Ladies first, της λέω, και κόβω λιγάκι. Αρνείται την προσφορά. Σουζάμεν, λέει. Τουγκέδερ μεταφράζει ο πρόεδρος. Ωχ! Συνήθως μ’ αρέσει αυτό, αλλά τώρα είμαι ξέπνοος. Δεν κάνει να γίνω ρεζίλι όμως, το ξέρουν πια πως είμαι Έλληνας. Παγώνω ένα χαμόγελο στο στόμα που φαντάζομαι πως κρύβει την αγωνία μου και προσπαθώ. Φωτογραφίες και δυο ποτήρια μπύρας μας περιμένουν στο τέρμα που πλησιάζει. Ενώνουμε τα χέρια και περνάμε τη γραμμή, σουζάμεν.
Βαριανασαίνω δοκιμάζοντας μπύρα. Νερό και μηλόπιτες περιμένουν σ΄ ένα πάγκο αρκετά μέτρα μακρύτερα. Με πλησιάζει μια διοργανώτρια, αντιπρόεδρος ή γραμματέας του συλλόγου, πιθανολογώ. Είστε από την Γκρίνχελαντ; Ναι, απαντώ, και χάρη σε μένα ο μαραθώνιός σας είναι πλέον ιντερνάσιοναλ. Όχι, υπάρχει κι ένας Σουηδός σήμερα, και παλιότερα είχε τρέξει κι ένας Γιαπωνέζος. Εντάξει, λοιπόν, χάρη σε μένα και τον Σουηδό ο αγώνας είναι ιντερνάσιοναλ και χάρη στον Γιαπωνέζο που έτρεξε παλαιότερα, ιντεράσιαλ. Είμαστε ευτυχισμένοι όλοι. Δεν υπάρχει μετάλλιο, ένα χαρτί συμμετοχής μόνο που δεν ενδιαφέρομαι να πάρω.
Μια μέρα μετά, και τα πόδια μου ευτυχώς δεν πονούν. Ούτε νιώθω κούραση, αν και μάλλον θα ένιωθα αν επιχειρούσα να τρέξω. Αλλά νιώθω πως η ζωή μου έχει κάνει κύκλο, και πως έχω βρεθεί πάλι στην αρχή αυτού του κύκλου. Είναι μεγάλος, όπως κι εγώ, και δεν ξέρω αν θ’ άντεχα άλλη στροφή του. Υπάρχουν φορές που αισθάνομαι πως έχω τη δύναμη να τα ξαναβρώ και να τα ξαναζήσω όλα από την αρχή. Άλλες υπάρχουν κι άλλες, όλο και περισσότερες, που νιώθω πως μια χρόνια κούραση έχει εισχωρήσει βαθειά στα κύτταρά μου και δεν αρκούν λίγες μέρες ξεκούρασης για να συνέλθω από αυτό.
Ίσως πρέπει σιγά σιγά, λοιπόν, να βρω τρόπο ν’ αποσυρθώ, να χαιρετίσω για πάντα τους σταθμούς από τους οποίους έχω περάσει τόσες φορές, να τραβήξω προς την έξοδο του λαβυρίνθου. Αλλά θα το βιώσω θλιβερά αυτή τη φορά. Δεν με νοιάζει για τις επιδόσεις που δεν θα ξαναβρώ, αλλά θα μου λείψουν οι άγνωστες στιγμές που κρύβονται στο μεγάλο δάσος ή στο ψηλό βουνό. Θα μου λείψει το άγγιγμα του χεριού. Θα μου λείψουν οι παρέες. Θα μου λείψει το σουζάμεν.
Μια από τις επόμενες μέρες, λοιπόν, πρέπει να διαλέξω τον τρόπο που διαβάζεται ο τίτλος του μπλογκ μου. Ατέλειωτη διαδρομή. Έχει δυο αναγνώσεις αυτή η φράση. Ατέλειωτη είναι μια διαδρομή που την παράτησες στη μέση. Αλλά είναι κι αυτή που την συνεχίζεις ατέρμονα και δεν τελειώνει ποτέ, όπως ακριβώς τα μονοπάτια ενός απέραντου δάσους στο οποίο έχεις χαθεί. Δύσκολα πια μου φαίνονται και τα δυο. Αλλά, έστω κι αν είναι ψευδαίσθηση, νιώθω πως έχω ακόμα τη δυνατότητα επιλογής.

Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Διεθνείς Μαραθώνιοι. 8. Τελευταίο.



                    Βουκουρέστι, 9 Οκτωβρίου 2011.




    Ο μουντός καιρός ταιριάζει στη πρωτεύουσα της Ρουμανίας. Συμβαδίζει με τον χαρακτήρα της βλοσυρής πόλης. Συμπληρώνει το ντεκόρ της διάχυτης απειλής, που μοιάζει να σε περικυκλώνει τα βράδια. Δεν είναι κάτι συγκεκριμένο που φοβάσαι, όχι. Στο Βουκουρέστι η απειλή είναι κάτι που σου υποβάλλεται, που σε ζυγώνει όπως οι σκιές στους μεταφυσικούς πίνακες του Ντε Κίρικο και του Καρά. Η απειλή που γεννιέται όχι από την παρουσία, αλλά από την έλλειψή της. Περπατάς μέσα σ’ ένα σκηνικό ταινίας φόβου. Ανάμεσα στα καταθλιπτικά ομοιόμορφα κτίρια και στους έρημους δρόμους του βροχερού απογεύματος. Στις λίμνες της βροχής και των σιντριβανιών της σκοτεινής πλατείας, που ο αέρας σκορπά το νερό τους. Ένα προπολεμικό τραμ τρίζει στις γραμμές. Οι άγνωστες μορφές στέκονται ακίνητες μέσα στο αμυδρό κίτρινο φως των βαγονιών. Ξεκινά και χάνεται σε μυστηριώδη στενά, κάνοντάς σε να πιστεύεις πως δεν θα ξαναβγεί ποτέ από κει.
Το Βουκουρέστι είναι πόλη Καφκική, πολύ περισσότερο από την Πράγα. Το σπίτι του λαού, η τερατώδης αυτή έμπνευση ενός παρανοϊκού δικτάτορα, καταλαμβάνει όλο το κέντρο του, αφού έχει έκταση μικρού χωριού. Σε κάποιο από τα αναρίθμητα γραφεία θα μπορούσαν να διαδραματίζονται οι ανακρίσεις του κυρίου Γιόσεφ Κ. Ίσως σε κείνο, το μόνο στο οποίο φέγγει φώς, στο κατά τ’ άλλα σκοτεινό τερατούργημα. Δεν του δίνει ζωή, αντίθετα το κάνει να φαντάζει σαν ένα νεκρό τέρας, που απέμεινε μ’ ένα μάτι ανοιχτό. Ένα απολιθωμένο ενδιαίτημα φαντασμάτων ή κάποιος τόπος συγκέντρωσης σκοτεινών μυαλών που σχεδιάζουν την κυριαρχία του κόσμου.
Στο Βουκουρέστι η εντύπωση του παράλογου δένει μ’ αυτή του τερατώδους. Τα τεράστια ομοιόμορφα οικιστικά τετράγωνα θα μπορούσαν να αποτελούν το ντεκόρ της Γκόθαμ σίτυ, ή μιας μελλοντικής δυστοπικής πολιτείας μεταλλαγμένων ανθρώπων. Ωστόσο, αν καταπολεμήσεις την μελαγχολία που σου προκαλεί η πόλη, και η οποία συνδιαλέγεται με τη δική σου σε περίπτωση που ήδη την κουβαλάς, μπορείς να δεις το Βουκουρέστι αλλιώς. Σαν μια επίσκεψη σ’ ένα τόπο ξεχασμένο. Σαν ένα ταξίδι στο φανταστικό τοπίο μιας εναλλακτικής ιστορίας.
Ξεκινήσαμε με Ι.Χ., δυο φίλοι. Ένα βράδυ στη Βουλγαρία, δυο στο Βουκουρέστι. Σύνολο διαδρομής 10 ώρες. Τα ξενοδοχεία που είχαμε εντοπίσει στο Google, όσο δυνατόν πιο κοντά στην αφετηρία του αγώνα, απλά, δεν υπήρχαν. Έδωσα σ’ ένα ταξιτζή το χάρτη με τα σημεία τους, εμείς ακολουθούσαμε με το δικό μας αυτοκίνητο. Μας πήγε στους δρόμους που υποδείκνυαν οι βούλες στο χαρτί, αλλά δεν ήξερε για ξενοδοχεία. Ρωτήσαμε τους περαστικούς, με τα πολλά κάποιος μας έδειξε προς μια κατεύθυνση. Ήταν ένα της σειρά των Χίλτον, απλησίαστο για τα βαλάντιά μας. Στη ρεσεψιόν η κοπέλα μας έδειξε μια άλλη κατεύθυνση, εκεί θα βρίσκαμε. Καθ'οδόν ρωτήσαμε, πάλι δεν ήξερε κανείς τίποτα για ξενοδοχεία. Ένας εξευρωπαϊσμένος νεαρός μας χάρισε ελπίδα, πάνω που φοβόμουν πως θα κοιμηθούμε στ’ αυτοκίνητο. Διακόσια μέτρα ίσια, μετά ο δρόμος, δεξιά. Να τα. Τέσσερα στη σειρά. Κέντρο σχεδόν. Πως και δεν τα ήξερε κανείς, δεν μπόρεσα να το εξηγήσω. Όχι πως δεν θέλανε να μας εξυπηρετήσουν, προβληματίζονταν πριν δηλώσουν πως δεν γνωρίζουν. Ένα από τα πολλά μυστήρια του κόσμου.
Το ξενοδοχείο ήταν ό,τι ακριβώς γυρεύαμε, προσιτή πολυτέλεια. Στη Ρουμανία ξοδεύω τα τελευταία χρήματα που διαθέτω για ταξίδι και φοβάμαι πως θα κάνω πολύ καιρό να μαζέψω άλλα. Ευτυχώς το DACIA διαθέτει εστιατόριο ποιότητας, καθώς δεν βρήκαμε τίποτα που να ρισκάρεις να το βάλεις στο στομάχι σου παραμονές μαραθωνίου, στο λίγο βέβαια που αναζητήσαμε, μέσα στη βροχή και στους μισοφωτισμένους δρόμους της πόλης.


Ο μαραθώνιος της Ρουμανίας είναι φτωχός συγγενής των ευρωπαϊκών συναδέλφων του. Το race center, στην πλατεία Alba Julia, αποτελείται από αντίσκηνα καταυλισμού, μέσα στην λασπωμένη πλατεία της, όπου ξεκινά η αφετηρία και καταλήγει ο τερματισμός. Αθλητές, πλην Ρουμάνων, ελάχιστοι. Διεθνή τον κάνουν οι λίγοι αφρικανοί που κυνηγούν το χρηματικό έπαθλο, και κάποιοι ξεστρατισμένοι, όπως εμείς. Αθλητές με no name παπούτσια, δεν μου έτυχε να δω σ’ άλλον αγώνα. Όλα αυτά, κι άλλα πολλά, δεν είναι παρατηρήσεις ενός σνομπ, αντίθετα. Εκτίμησα την προσπάθεια, την ευγένεια, τα χαμόγελα, τα δώρα που μας έδωσαν. Φοράω με χαρά το πράσινο μπλουζάκι τους. Ο μαραθώνιος του Βουκουρεστίου είναι σαν μια πρόσκληση σε τραπέζι που σου κάνει μια φτωχή οικογένεια. Το εκτιμάς διπλά. Όσο για τη φτώχεια, καλύτερα να τη συνηθίζουμε σιγά-σιγά.
Ο αγώνας το 2011 δεν ήταν απ’ άκρη σε άκρη. Ολοκληρωνόταν σε 4 στροφές που διαιρούσαν επακριβώς τη μαραθώνια απόσταση. Δεν μου έτυχε ξανά κάτι τέτοιο. Η διοργάνωση περιελάμβανε ταυτόχρονα ημιμαραθώνιο, δυο στροφές δηλαδή, και σκυταλοδρομία των τεσσάρων ατόμων, μια στροφή ο καθένας. Πλην του μαραθωνίου του Βερολίνου όλοι οι άλλοι που μετείχα στο εξωτερικό, έχουν ανάλογα δρώμενα. Το βρίσκω εκνευριστικό, ιδίως τη σκυταλοδρομία, όπου ο κάθε ξεκούραστος δρομέας που τρέχει μόνο το ¼ της διαδρομής σε περνά σαν σίφουνας, αλλά στο Βουκουρέστι η ενσωμάτωση της σκυταλοδρομίας έμελλε να μου σημαδέψει τον αγώνα, κι όχι μόνο το δικό μου.
Ξεκινήσαμε με κρύο και βροχή, καταλήξαμε με κρύο χωρίς βροχή. Χωρίς τις καλύτερες των διαθέσεων έβγαλα τις δυο πρώτες στροφές, παρέα με τον συνταξιδιώτη μου, που έτρεχε ημιμαραθώνιο. Όταν αυτός τέλειωσε δεν άντεξε να περιμένει κρυώνοντας κι επέστρεψε στο ξενοδοχείο. Τον κακιώνω που παραμέλησε τα επιμέρους καθήκοντά του ως φωτογράφου και μου στέρησε φωτογραφικές στιγμές ανεκτίμητης αξίας στον τερματισμό, αλλά τον δικαιολογώ. Δεν γινόταν να κάτσεις για πολύ, μετά από τον αγώνα. Το θερμοισορροπητικό μας ήταν απροετοίμαστο για τέτοια αλλαγή. Στο ταξίδι της επιστροφής παραλίγο η χιονόπτωση να μας αποκλείσει στη Βουλγαρία. Μια μόλις βδομάδα πριν ψηνόμουνα στη Βουδαπέστη. Απίστευτο μου φαινόταν.
Κάθε στροφή του αγώνα ξεκινούσε από την πλατεία Alba Julia, προχωρούσε στην Bulevardul Uniril, κατέβαινε κι ανέβαινε δίπλα στον ποταμό Dambovita, ξανάβγαινε στην Uniril, έφτανε στην Alba Julia, έκοβε δεξιά στην Bulevardul Burevista επέστρεφε σύντομα, ακολουθούσε την Bulevardul Decebal κι επέστρεφε πάλι κι οριστικά στην Alba Julia, όπου ολοκλήρωνε τον κύκλο της.
Όταν έμεινα μόνος συνέχισα, αρκετά κουρασμένα, για την τρίτη στροφή. Πήρα όρκο πως μετά το VFT θα ξεκουραστώ, όσο ποτέ τα τελευταία χρόνια, και μ' όλο που, όντως, ονειρευόμουνα κρεβάτια, από μέσα μου ήξερα πως υπερέβαλλα στον όρκο. Όπως πάντα.
Στα τελευταία χιλιόμετρα των αγώνων συνήθως κάτι καλό μου συνέβαινε. Ο αργός ρυθμός μου εξοικονομούσε δυνάμεις, έστω κι αν μέχρι τότε έμεναν τόσο αφανείς, που δεν βασιζόμουν και πολύ σ’ αυτές. Το σπίρτο της αίσθησης πως πια είσαι κοντά συνήθως προκαλούσε την ποθητή ανάφλεξη. Συνέβη και στο Βουκουρέστι. Η τρίτη στροφή ήταν απελπιστικά αργή, το ίδιο και το ξεκίνημα της τέταρτης. Πολύ πάνω από 6 λεπτά το χιλιόμετρο, δυστυχώς. Όμως, επτά χιλιόμετρα πριν από το τέλος, η ώθηση δόθηκε κι ο ρυθμός μου, πλέον, υποσχόταν έναν τερματισμό, ακριβώς όπως τον είχα ευχηθεί, τότε στη Ζυρίχη. Κι ακόμα καλύτερο.
Αλλά θα συνέβαινε και κάτι ακόμα.
Σήκωσα το χέρι και χαιρέτησα την αυτοσχέδια μπάντα νεαρών, τη μόνη που συναντήσαμε. Δεν νομίζω πως ήταν της διοργάνωσης, δεν υπάρχουν μπάντες στον αγώνα της πόλης. Οι νεαροί μουσικοί, αγόρια και κορίτσια, το διασκέδαζαν. Θα τους ήθελα λίγο πιο πολύχρωμους, τα χαρούμενα χρώματα ταιριάζουν στη νεολαία, και αυτή η πόλη φορούσε συνεχώς τα γκρίζα χρώματα που είχα συναντήσει σε πόλεις της εγγύς Ανατολής. Εκεί είναι υποχρεωτικά, εδώ τι;
Είχα ήδη αρχίσει να προσπερνάω αθλητές σωρηδόν. Στον καθένα τους έβλεπα τον παλιό κουρασμένο μου εαυτό, αυτόν που κουβαλούσα και με κουβαλούσε στους αγώνες πριν από κάποια χρόνια. Μόνο ένας, περίπου στην ηλικία μου, με πέρασε φορτσάτος, κάπου στο 37ο. Κοίταξα το χρώμα στο νούμερό του, πήγαινε τόσο καλά που σκέφτηκα μήπως ήταν ο τέταρτος μιας από τις ομάδες σκυταλοδρομίας. Μπα, μαραθωνοδρόμος ήταν. Τι να γίνει, κάποιοι έχουν ακόμα καλύτερη στρατηγική. Όμως όχι, λίγες εκατοντάδες μέτρα παραπέρα τον είδα να επιβραδύνει. Τον πλησίαζα σταθερά. Μάλλον βιάστηκα να ανοίξω, ομολόγησε λαχανιασμένα. Μιλούσε καλά αγγλικά. Δεν ξέρω την υπηκοότητά του, αλλά, στατιστικά κρίνοντας, ήταν Ρουμάνος.
Όταν κάποιος σου ανοίγει κουβέντα, είναι αγένεια να φύγεις αμέσως. Έκοψα κάπως εγώ, άνοιξε κάπως αυτός και συνεχίσαμε για λίγο, πλάι-πλάι. Συμφώνησα πως ναι, βιάστηκε. Με ρώτησε για το χρονικό μου στόχο, αυτός πήγαινε για 4.30, αλλά τώρα... Του είπα πως το ίδιο σκοπεύω κι εγώ και πως αν καταφέρει να με ακολουθήσει θα τον οδηγήσω στα σίγουρα. Του φάνηκε δύσκολο. Με ρώτησε αν είναι ο πρώτος μου μαραθώνιος. Του είπα πως είναι ο τρίτος σε τρεις εβδομάδες. Φορούσα ένα αποδεικτικό στοιχείο, το καπελάκι της Βουδαπέστης, με την ημερομηνία πάνω του. Του ανέφερα για τα 110 βουνίσια χιλιόμετρα, που σκόπευα την ερχόμενη βδομάδα. Μοιάζει κλασική περίπτωση αλαζονείας, αλλά στ’ αλήθεια, το αισθανόμουν ως εκδήλωση μιας θεμιτής υπερηφάνειας. Για τους αυστηρούς θρησκευόμενους δεν υπάρχει διαφορά, και τα δυο έχουν το ίδιο ποσοστό στην αμαρτία, αλλά δεν είμαι αυστηρά θρησκευόμενος. Επιπλέον, είχα την εντύπωση πως τον βοηθούσα. Όχι μόνο επειδή η διάθεση είναι μεταδοτική, αλλά επειδή θεωρούσα πως θα τον εμψύχωνε το γεγονός ότι δεν τον συνόδευε κάποιος τυχαίος. Ελπίζω ακόμα πως του έδειξα αυτά που κι εγώ βλέπω σε άλλους, καλύτερούς μου, και πεισμώνω πως θα τα μπορέσω κάποτε.
Μπήκα μπροστά του. Το να οδηγείς κάποιον τον βοηθά κι όχι μόνο επειδή του δημιουργεί ένα διάδρομο χωρίς την κόντρα του αέρα. Ακολούθησε για λίγο, αλλά μετά άρχισε να μένει πίσω. Η απόσταση έπαιρνε να μακραίνει, όταν άκουσα μια τελευταία ερώτηση. Ποιος ήταν ο χρόνος μου στην Βουδαπέστη, την προηγούμενη εβδομάδα. Έστρεψα και του απάντησα πως και στο Βερολίνο και στη Βουδαπέστη, ο χρόνος μου ήταν ο ίδιος μ’ αυτόν που θα κάνω κι εδώ. Τεσσεράμισι ώρες
Κι ένιωσα πάλι περήφανος. Δεν την γλιτώνω την κόλαση.


Πίστεψα πως αυτή ήταν η συνάντηση της ημέρας. Ούτε πέντε χιλιόμετρα δεν απέμεναν ακόμα. Αλλά έκανα λάθος. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η συνάντηση της ημέρας έτρεχε περίπου 500 μέτρα μπροστά μου, κι εγώ, χωρίς να το ξέρω, την κυνηγούσα.
Σε κάποια στιγμή της ομώνυμης ταινίας, ο Φόρεστ Γκάμπ, με τα ορθοπεδικά εξαρτήματα στα πόδια του, προσπαθεί κουτσαίνοντας να ξεφύγει από τους αλήτες που τον κυνηγούν. Διηγούμενος μετά από χρόνια το γεγονός βεβαιώνει πως, οι άνθρωποι δεν πιστεύουν στα θαύματα, αλλά θαύματα γίνονται. Μετά η σκηνή επανέρχεται στην καταδίωξη. Τα μεταλλικά στηρίγματα αποβάλλονται από τα πόδια του, κι αυτός, ελευθερωμένος πια, τρέχει και ξεμακραίνει από τους αποσβολωμένους διώκτες του.
Ήδη, από τη Ζυρίχη, ήμουν με το μέρος του Φόρεστ Γκαμπ. Θαύματα γίνονται. Τουλάχιστον στο σπορ που αγαπώ, γίνονται σίγουρα.
Με την Ιλεάνα διασταυρωθήκαμε περίπου δυο χιλιόμετρα πριν το τέλος. Δεν ξέρω αν την λένε Ιλεάνα, έτσι θέλω να τη λέω εγώ. Δεν πρόλαβα να μάθω το πραγματικό της όνομα, ούτε και θα το μάθω ποτέ. Ήταν η τέταρτη κοπέλα μιας ομάδας σκυταλοδρομίας. Αυτή είχε ήδη πάρει τη στροφή κι επέστρεφε από την Burevista, εγώ πήγαινα φορτσάτος. Μόνο αν συνέχιζα έτσι θα μπορούσα να διορθώσω κάπως το αίσχος της τρίτης στροφής και να προλάβω τις τεσσεράμισι ώρες.
Με χαιρέτησε μ’ ένα γλυκό χαμόγελο και μια κίνηση που φαινόταν, ακόμα κι αυτή, να την κουράζει. Ανταπέδωσα ξαφνιασμένα.
Καθώς διασταυρωνόμασταν από απέναντι, την πρόσεξα καλύτερα. Ήταν μια νέα κι όμορφη κοπέλα, κάπου στα 25. Φαινόταν ν’ αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα. Τα πόδια της σχεδόν σέρνονταν, σαν να βαρύνονταν από τις μεταλλικές κατασκευές του Φόρεστ Γκάμπ. Ούτε το δεκάρι συγχωρεί, αν δεν του δείξεις σεβασμό.
Καθώς, μπρος και πίσω μου, υπήρχαν πολλοί αθλητές, αισθάνθηκα πως κάτι με καθιστούσε ξεχωριστό. Είχε παραμερίσει την συγκέντρωση που απαιτούσε η προσπάθειά της, και είχε επιλέξει έναν και μοναδικό χαιρετισμό. Κάποτε δεν θα μπορούσα, αλλά τώρα είχα τα εφόδια για να τον μεταφράσω. Ήταν ένας χαιρετισμός που μετέφερε την αθώα ζήλεια και την ειλικρινή επιβράβευση, τα ίδια ακριβώς κι απαράλλαχτα συναισθήματα που είχα νιώσει κι εγώ, τότε, απέναντι στους χαρούμενους και γεμάτους ζωντάνια συναθλητές μου στη Ζυρίχη.
Στη Ζυρίχη με είχε σώσει μια άγνωστη. Και τώρα, στο Βουκουρέστι, μολονότι δεν το ήξερα ακόμα, θα γινόμουν εγώ ο καλός κι απρόβλεπτος άγγελος για κάποιαν άγνωστη. Η ζωή είναι το μεγαλύτερο θέατρο και οι ρόλοι μας αλλάζουν διαρκώς. Μακάρι να είναι μεγάλη και πλούσια, ώστε να μπορέσουμε να τους παίξουμε όλους.


Πρόφτασα την Ιλεάνα στην τελευταία στροφή, πριν την τελική ευθεία. Φαινόταν χειρότερα. Ίσως και να την παίδευαν οι τύψεις, αφού η καθυστέρησή της έριχνε πίσω το χρόνο όλης της ομάδας. Φαντάστηκα πως είναι δύσκολο να τρέχεις μόνο 10 χιλιόμετρα και να βλέπεις να σε προφταίνουν οι μαραθωνοδρόμοι, και μάλιστα του μέσου όρου. Τη στιγμή που την προσπερνούσα, έστρεψα προς το μέρος της. Είχε κατεβασμένο το κεφάλι, σαν να ντρεπόταν. Σήκωσα το χέρι μου και την χαιρέτησα μ’ ένα νεύμα που ήλπιζα πως θα της μεταφέρει κουράγιο. Ανταπέδωσε με το ίδιο γλυκό χαμόγελο, αλλά τώρα μου φάνηκε μελαγχολικό. Η Ιλεάνα ήταν θλιμμένη γι’ αυτό που δεν μπορούσε. Την φαντάστηκα να ξεκινά τον αγώνα με την ορμή της ηλικίας της κι ήξερα πως μετά το τέλος του θα μεμφόταν για καιρό τον εαυτό της. Επειδή απέτυχε, επειδή δεν τα κατάφερε να φανεί αντάξια των προσδοκιών της ομάδας της. Το τρέξιμο είναι ατομικό αγώνισμα, όχι όμως όταν γίνεται με τη μορφή της σκυταλοδρομίας. Η Ιλεάνα, μετά από την κοπιαστική της προσπάθεια, δεν θα αισθανόταν άξια συγχαρητηρίων. Θα είχε την ανάγκη καλών λόγων και παρηγοριάς.
Αγνοώ πως μου ήρθε η έμπνευση. Ήταν απρόσμενο, σαν κάποιος να μου το υπέβαλλε. Δεν είχα προλάβει ακόμα ν’ απομακρυνθώ. Στράφηκα πίσω και της φώναξα μόνο δυο λέξεις. Follow me. Δυνατά. Με κατηγορηματικό τρόπο. Κάτι σαν παρότρυνση, κάτι σαν εντολή. Πιο ευγενικό θα ήταν να υπήρχε κι ένα try to στην αρχή, αλλά δεν υπήρχε. Άλλωστε θα το έκανε πιο σύνθετο. Μόνο δυο, απλές λέξεις, που θα μπορούσες να τις ξέρεις κι από το σινεμά.
Εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να φανταστώ το αποτέλεσμα. Υπέθετα ότι, όπως κι ο προηγούμενος συναθλητής, η Ιλεάνα, απλώς δεν θα μπορούσε. Κι όμως, την είδα να μ’ ακολουθεί. Εκατό, διακόσια μέτρα, την ένιωθα πίσω μου, να κρατά σταθερά. Από τα οκτώ λεπτά του ρυθμού της είχε κατεβεί στα πέντε. Και συνέχιζε. Η Ιλεάνα περνούσε τώρα, σωρηδόν, όσους την είχανε περάσει πριν.
Είχαμε ακόμα περίπου 700 μέτρα μπροστά μας, όταν σκέφτηκα πως μπορεί να έχω κάνει κάποιο λάθος. Αν η παρότρυνσή μου είχε ξυπνήσει έναν ενθουσιασμό που δεν ανταποκρινόταν στ’ αποθέματα της δύναμής της η Ιλεάνα θα στράγγιζε τον εαυτό της περισσότερο από όσο το άντεχε, και θα κατέρρεε, πριν φτάσει στο τέρμα. Αυτή δεν είχε την εμπειρία, αλλά εγώ το είχα δει να γίνεται. Ο συναθλητής, που μόλις είχα γνωρίσει, ερχόταν από απέναντι, εμφανώς καταβεβλημένος. Υπήρξε κι αυτός θύμα της ίδιας παρόρμησης, σκέφτηκα, που τώρα απειλούσε την Ιλεάνα.
Έκοψα κάπως, για να την αναγκάσω να κόψει κι αυτή. Ξαφνιάστηκα καθώς την είδα να με φτάνει και να πλασάρεται δίπλα μου. Προσπάθησα να καταλάβω από την ανάσα της την ένταση της προσπάθειας, αλλά τα τελευταία μέτρα ενός μαραθωνίου, ακόμα και του Βουκουρεστίου, έχουν πολύ θόρυβο για ν’ ακούς άλλη ανάσα εκτός απ’ τη δική σου.
Συνεχίσαμε να προσπερνάμε κουρασμένους δρομείς. Πολλές φορές περνούσαμε κάποιον, από δεξιά εγώ, από αριστερά η Ιλεάνα, ταυτόχρονα, για να σχηματίσουμε ξανά το ντουέτο μας. Γύρισα και την κοίταξα. Έβλεπε μπροστά. Στο πρότερα θλιμμένο πρόσωπό της σχηματιζόταν ένα πλατύ χαμόγελο, γεμάτο αποφασιστικότητα και δύναμη. Τα μάτια της ήταν γεμάτα ζωντάνια. Φαινόταν ν’ απορεί κι ίδια γι’ αυτό που συνέβαινε. Ο εαυτός της, που τόσο την είχε απογοητεύσει, της είχε κρατημένη μια απρόσμενη, ευχάριστη έκπληξη.
Ήμουν ο μεγάλος κι ο έμπειρος, αλλά ακόμα μάθαινα. Τώρα, από την Ιλεάνα. Αυτή η άγνωστη κοπέλα μετέφερε στην πράξη τη μεταφυσική λειτουργία του τρεξίματος. Το περιβάλλον βοηθούσε. Ο κόσμος και οι ιαχές πλήθαιναν, και οι δυο αθλητές που φορτσάριζαν προς το Π μαγνήτιζαν τις επευφημίες. Εκατό μέτρα έμεναν μόνο, κι εμείς είχαμε σταθεροποιηθεί στις ψηλές στροφές. Οπότε…
Είχα δυο λέξεις ακόμα. Go now. Ακούστηκε σαν διαταγή, αλλά ήταν παιχνίδι. Ξεκινούσε το σπριντ.
Και μόνο γι’ αυτά τα τελευταία μέτρα θα άξιζε ο αγώνας. Τώρα τρέχαμε μ’ όλη μας τη δύναμη. Δεν σκόπευα να την περάσω, αν αναγκαζόταν να κόψει θα έκοβα κι εγώ, διακριτικά. Μόνο που δεν έκοβε. Έτρεχε σαν να μην είχαν προηγηθεί δέκα κοπιαστικά γι’ αυτήν χιλιόμετρα. Σύντομα κατάλαβα πως εγώ ήμουν αυτός που προσπαθούσε να κρατηθεί δίπλα της, και πως μπορεί να πάθαινα εγώ αυτό που φοβήθηκα γι’ αυτήν. Σε αντίθεση με την Ιλεάνα, εμένα δεν με προστάτευε η ανθεκτική ασπίδα των νιάτων. Ευτυχώς ήταν κοντά. Διέκρινα κιόλας τις φίλες της, την ομάδα της. Σχημάτιζαν μια αλυσίδα, λίγο μετά από τη γραμμή του τερματισμού. Χοροπηδούσαν μ’ ενθουσιασμό. Φαντάστηκα την πρότερη αγωνία τους. Θα την είχαν δει, πριν από ώρα, να πλησιάσει ταλαιπωρημένη για να πάρει τη στροφή της πλατείας, και τώρα, μετά από έναν αιώνα ανησυχίας, έβλεπαν έκπληκτοι να ξεχύνεται προς το τέρμα μια αναγεννημένη Ιλεάνα.
Είχα εξαρχής σκοπό να σταματήσω, ακριβώς λίγο πριν τη γραμμή, για να την αφήσω να περάσει πρώτη. Ladies first. Αλλά με βόλεψε κιόλας. Οι καρδιακοί μου παλμοί είχαν ανέβει παραπάνω απ’ ότι θα ήθελα.
Η Ιλεάνα προσγειώθηκε σ’ ανοιχτές αγκαλιές. Όταν βγήκε από αυτές ήρθε η σειρά μου. Έλαμπε από χαρά. Δυσκολευόταν να καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί.
Συγχαρήκαμε ο ένας τον άλλον, της είπα πως αυτή κέρδισε στο σπριντ. Δεν ήταν και ψέμα. Πήραμε τα μετάλλιά μας και βιάστηκα να χαθώ στο πλήθος. Όταν κάτι το θεωρείς τέλειο, μην προσπαθήσεις, ούτε να προσθέσεις, ούτε ν’ αφαιρέσεις πινελιά. Θα το χαλάσεις.
Μέρες μετά, κοιτάζοντας τ’ αποτελέσματα στο σάιτ της διοργάνωσης, έψαξα να βρω την ομάδα σκυταλοδρομίας που ο χρόνος της συνέπιπτε με τον δικό μου, 4.29. Την βρήκα. Δεν υπήρχε Ιλεάνα, δηλαδή, δεν ήταν αυτό το όνομά της, αλλά δεν ξέρω σε ποιο από τα τέσσερα που έβλεπα θα έστρεφε το κεφάλι της. Στο τέταρτο, πιθανολογώ. Δεν έχει σημασία όμως, εγώ θα την λέω Ιλεάνα, έτσι κι αλλιώς. Αν κάτι το μάθεις στραβά, δεν διορθώνει εύκολα.
Καμιά φορά αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν δεν είχα βιαστεί να φύγω. Αν έμενα λίγο παραπάνω κι επέμενε να της εξηγήσω τι ακριβώς είχε συμβεί. Δεν ξέρω τι θα απαντούσα, ούτε σε ποια γλώσσα. Ίσως όμως και να κατάφερνα να βρω λέξεις που τις καταλαβαίνουν όλοι οι άνθρωποι στον κόσμο. Θα της έλεγα, λοιπόν, για τη μαγική δύναμη που ηρεμεί μέσα μας, και ξυπνά, όταν νιώθει την αγωνία μας να φτάσουμε κάπου που λαχταράμε. Τότε πετά από πάνω μας τα ψεύτικα στηρίγματα, συντονίζει τα πόδια μας με την ψυχή μας και μας στέλνει με την ορμή του ανέμου στην ακτή της Ιθάκης μας, και στην αγκαλιά όσων υπομονετικά εκεί μας περιμένουν.


Επόμενη μέρα

Απομακρυνόμασταν από το Βουκουρέστι ένα θολό και μελαγχολικό πρωινό. Οι καλές μέρες τελείωναν, κι ό,τι είχα ζήσει ήταν τα τελευταία μέτρα μιας διαδρομής που διένυα από κεκτημένη ταχύτητα. Κάτι που είχα σχεδιάσει και προγραμματίσει μήνες πριν, όταν η πραγματικότητα στη χώρα μου δεν είχε εκδηλωθεί ακόμα τόσο σκληρή. Έμενε μόνο ο αγώνας του VFT για να τελειώσει κι αυτό το μπαράζ, μιας φρενίτιδας που κρατούσε πλέον κοντά 3,5 χρόνια, με αμέτρητους αγώνες, χιλιόμετρα κι εμπειρίες. Μετά όλα θα περνούσαν από επανεξέταση. Η ζωή μας δεν ήταν, ούτε θα ήταν ποτέ πια ίδια. Το Βουκουρέστι ήταν το τέρμα μια μακριάς πορείας αγώνων σε τόπους που θεωρούνται ξένοι, αλλά που εγώ, τώρα, τους θεωρώ δικούς μου.
Περνούσαμε ξανά την ιστορική γέφυρα, σύνορο ανάμεσα στις δυο χώρες, Ρουμανία και Βουλγαρία. Ήταν, ταυτόχρονα, και σύνορο δυο κόσμων. Χώριζε την ευτυχισμένη μου περίοδο, με μια περίοδο ανασφάλειας, που πλησίαζε απειλητικά.
Έριξα μια τελευταία ματιά στον απέραντο Δούναβη. Δεν είναι ο γαλάζιος που χορεύει στα βαλς του Στράους, αφού η ανάπτυξη ξεφορτώθηκε στα νερά τη μόλυνσή της, αλλά εμένα μου φαίνεται όμορφος. Στις όχθες του, αραγμένα πλοιάρια. Δυο έπλεαν στο βάθος. Ήταν παλιά και γερασμένα, αλλά έκαναν και θα κάνουν γι’ αρκετά ακόμα χρόνια τη δουλειά τους. Μετά η γέφυρα, ο Δούναβης κι η Ρουμανία, χάθηκαν στην αχλή του πρωινού.
Όταν η ζωή στερεύει τις υποσχέσεις της, δραπετεύουμε σε μια άλλη. Σε μια άλλη ζωή, λοιπόν, σε μια εναλλακτική πραγματικότητα, βρίσκομαι πάνω σ’ ένα πλοιάριο που πλέει το μεγάλο ποταμό. Ξεκινώ από τις πηγές του, στον Μέλανα Δρυμό, κι αγναντεύω από την κουπαστή τις χώρες και τις πόλεις που περνά. Βιέννη, Βουδαπέστη, Νόβι Σαντ, Βελιγράδι, Βουκουρέστι. Έχω ένα βιβλίο στο χέρι κι ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια. Διαβάζω την ιστορία των τόπων και τρέχω στους μαραθώνιους των πόλεων. Εναλλάσσω τη ζωογόνο πολυκοσμία των αγώνων με την πολύτιμη μοναξιά. Κάνω μια στάση στη Βραίλα, ίσα για να δω τα μέρη που κάποτε μεσουράνησε ο Ελληνισμός. Βγαίνω στη Μαύρη θάλασσα και κοιτάζω απέναντι, μήπως και διακρίνω τα μέρη που ταξίδεψα πριν από κάποια χρόνια, ακολουθώντας το οδοιπορικό των παππούδων μου. Είναι μακριά, αλλά τα βλέπω με τη φαντασία μου. Τους βλέπω και τους ίδιους, πάλι, μπροστά μου, ένα ζευγάρι προσφιλών ηλικιωμένων. Έχω ξεχάσει τόσα πράγματα, αλλά, τι περίεργο, θυμάμαι ακόμα το νούμερο του τηλεφώνου τους. Τέσσερα μόνο ψηφία, 2918. Τους παίρνω καμιά φορά από το κινητό, αλλά δεν μου απαντούν. Τώρα όμως, σ’ αυτή την εναλλακτική ζωή, στην απέναντι πλευρά της Μαύρης Θάλασσας, όπου μ’ έφερε ένα φανταστικό πλοιάριο που διέσχισε ολόκληρο τον Δούναβη, ίσως και να σηκώσουν το ακουστικό. Θα χαρούν ν’ ακούσουν τη φωνή μου, είμαι σίγουρος. Πέρασαν χρόνια, κι έχω πολλά να τους πω.
Η Ρουμανία είναι μια χώρα της φαντασίας, εντέλει. Δεν θ’ απορήσω αν μου πουν πως δεν υπάρχει.







Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Διεθνείς Μαραθώνιοι. 7.


                         Βουδαπέστη, 2 Οκτωβρίου 2011.



Η Aυστροουγγρική αυτοκρατορία μας έχει παραδώσει τρία διαμάντια. Την Βιέννη, την Πράγα, την Βουδαπέστη. Υπάρχει αντιγνωμία για το ποια είναι η ομορφότερη. Δυσκολεύομαι ν' αποφασίσω. Θεωρώ πως ακόμα και το μυθολογικό δίλημμα του Πάρι ήταν ευκολότερο, (αν και η ανακήρυξη της ωραιότερης πόλης δεν απειλεί με τα ίδια καταστροφικά επακόλουθα την επιλογής της Αφροδίτης απέναντι στις άλλες δυο μνησίκακες θεές). Ωστόσο η απάντηση παραμένει υποκειμενική, όσο κι αυτή που θα έκρινε το ποια είναι η ωραιότερη γυναίκα. Κι εφ' όσον είναι υποκειμενική, λοιπόν, ως ωραιότερη πόλη ανακηρύσσεται αυτή στην οποία είχαμε την καλύτερη διάθεση και περάσαμε τις ωραιότερες στιγμές μας.
Στη Βουδαπέστη ανακάλυψα τον όρο αυτού που έκανα εκείνο τον καιρό. Βρισκόταν στο περιοδικό της διοργάνωσης και λέγεται sight running. Ο τρόπος να κάνεις τουρισμό τρέχοντας. Όπως υπάρχει θρησκευτικός, γαστριμαργικός και σεξουαλικός τουρισμός, υπάρχει και αθλητικός. Με προηγούμενο τον μαραθώνιο του Βερολίνου και επερχόμενο αυτόν του Βουκουρεστίου, τρεις συνεχόμενες Κυριακές δηλαδή, το sight running ήταν κάτι που αν δεν υπήρχε θα έπρεπε να το εφεύρω για τον εαυτό μου. Και μέχρι τη μέση του συγκεκριμένου αγώνα το εξάσκησα με θαυμάσια ψυχαγωγικά αποτελέσματα. Άλλωστε, η διαδρομή είναι η πιο όμορφη που έχω συναντήσει ποτέ σε μαραθώνιο.
Αυτήν την στιγμή περνάμε την περίφημη Chain Bridge, την πρώτη γέφυρα που ένωσε την Βούδα με την Πέστη το 1849. Τώρα, την πέτρινη γέφυρα, που έκανε το αυτό, στα τέλη του ίδιου αιώνα. Εδώ βλέπουμε την όπερα της Βουδαπέστης, που κάθε ομοιότητα με την Παρισινή δεν είναι καθόλου τυχαία, αφού αποτελεί μικρότερο αντίγραφό της. Στα δεξιά μας το νησί της Μαργαρίτας, πολυβασανισμένης κόρης που η ζωή της θα μπορούσε ν’ αποτελεί παραμύθι, αν δεν ήταν αρκούντως θλιβερή. Το νησί είναι θαυμάσιο φυσικό πάρκο, χαρά θεού, ανθρώπων, δρομέων και ποδηλατών, ιδίως τις όμορφες μέρες. Και το κοινοβούλιο, αυτό το αρχιτεκτόνημα που δεν κουράζεται να βλέπει το μάτι, από μακριά έλαμπε σαν μινιατούρα, όπως αυτές τις κλεισμένες σε γυάλινες σφαίρες, που τις ανακινείς και γεμίζουν χιόνι σαν σε κόσμο παραμυθιού.
Κάπου εκεί τελείωσε και η περιηγητική διάθεση της ημέρας.
Αν και αρχές Οκτωβρίου, οι μέρες έδειχναν από καιρό τις διαθέσεις τους. Το να ζεσταίνεσαι πριν αρχίσεις να τρέχεις σημαίνει πως, δύσκολα τα πράγματα. Και στην αφετηρία, πριν την εκκίνηση, έχοντας παραδώσει όλα τα ρούχα, έψαχνα μέρος για να προστατευτώ από τον ήλιο. Ο αγώνας ξεκινούσε στις 9, πρόνοια των διοργανωτών, υποθέτω, ώστε να προλαβαίνει να ζεστάνει η συνήθης φθινοπωρινή μέρα. Μόνο που η μέρα δεν ήταν συνήθης και κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει πως η θερμοκρασία θα ανέβαινε τόσο. Χώρια η υγρασία, ο νούμερο ένα αυτός εχθρός των δρομέων.
Κάπου μετά τις 2 ώρες, η Βουδαπέστη, με τα θαυμάσια τοπία και τις όμορφες αποβάθρες, άρχισε να καλύπτεται από ένα θολό πέπλο. Ο αγώνας βρισκόταν σε εξέλιξη, αλλά τώρα, εκτός από την απόσταση, διεξαγόταν ενάντια στη ζέστη και την υγρασία. Τα επακόλουθα άρχισαν να γίνονται ορατά σύντομα. Πρώτα αξιολύπητα θύματα, όσοι για διάφορους λόγους έφεραν πλακάτ ή, ακόμα χειρότερα, κουστούμια και στολές. Ένας δρομέας εγκλωβισμένος σ’ ένα τεράστιο χνουδωτό ζάρι, που υπό άλλες συνθήκες θα τον κράταγε ζεστό, παρέπαιε ήδη. Ήλπισα πως το συμβόλαιό του, αν υπήρχε, θα του επέτρεπε να το ξεφορτωθεί σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης όπως η παρούσα. Οι μεγαλύτεροι ηλικιακά αθλητές αποτελούσαν την επόμενη κοινωνική ομάδα που θα πληγόταν από τα αποτελέσματα της θερμοκρασίας.
Στο 30ο κατάλαβα πως δεν θα βαστούσα ούτε με το ρυθμό των 6 λεπτών ανά χιλιόμετρο, με τον οποίο ήλπιζα πως θα βγάλω χαλαρά τον αγώνα. Ο ρυθμός έπεσε αναγκαστικά, αλλά και το πηγαίνεις πιο αργά σημαίνει περαιτέρω έκθεση στο φαινόμενο. Με έσωσε η κινητοποίηση της διοργάνωσης, που, ορθώς, εκτίμησε την κατάσταση ως επείγουσα.
Οι μαραθωνοδρόμοι υφίστανται τα πάντα ώστε να μην εγκαταλείψουν την κούρσα, ακόμα κι όταν αντιλαμβάνονται πως ο οργανισμός τους βρίσκεται στο κόκκινο. Κάθε οδηγός θα σταματούσε το αυτοκίνητό του, αν έβλεπε πως έχει ανεβάσει επικίνδυνα θερμοκρασία, αλλά ο μέσος μαραθωνοδρόμος θα σταματούσε να τρέχει μόνον όταν θα είχε κάψει τη μηχανή. Δεν έχει νόημα, ούτε υπάρχει τρόπος να μας πείσει κανείς να μην συμπεριφερόμαστε έτσι, και οι συμβουλευτικές προτροπές των διοργανωτών που ακούγονται στις εκκινήσεις απευθύνονται σε κουφούς. Το μόνο που έμενε ήταν να προσπαθήσουν να μας δροσίσουν και να ευχηθούν πως όλα θα πάνε καλά μέχρι το τέλος.
Επιστρατεύτηκαν ντουσιέρες και μάνικες. Οι σταθμοί εφοδιάστηκαν με ορισμένα περίεργα πλαστικά αντικείμενα που δεν τα είχα ξαναδεί. Δοκίμασα ένα, αλλά το παράτησα δίχως να καταφέρω ν’ ανακαλύψω τη λειτουργία του. Μου την έδειξε λίγο παρακάτω ένα παιδί, που με σημάδευε μ’ αυτό. Έκανα νόημα πως, ναι, και δέχτηκα μια δροσερή ριπή. Ήταν κάτι που δούλευε σαν νεροπίστολο. Προμηθεύτηκα ένα από σταθμό έκτακτης ανάγκης και συνέχισα πυροβολώντας τακτικά το κεφάλι μου, με μια κίνηση όμοια στην όψη αλλά αντίθετη στο αποτέλεσμα της αυτοκτονίας. Στους δρόμους σχηματίστηκαν μικρές λίμνες, ενώ οι ελαφρά ντυμένες αθλήτριες μετατράπηκαν σε κατάλληλες υποψήφιες για διαγωνισμούς τύπου miss wet Τ- shirt. Εκτιμώ πως η παρουσία τους ελαχιστοποίησε τις εγκαταλείψεις, αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Η τελευταία μεγάλη λεωφόρος, 3 χιλιόμετρα πριν από το τέρμα, έζησε πρωτοφανείς στιγμές περιφρόνησης. Ήταν άδεια και ελεύθερη για μας, όμως κανείς δεν έτρεχε πάνω της. Στριμωχτήκαμε στο πεζοδρόμιο, δίπλα στις σειρές των πολυκατοικιών, όπου διαγραφόταν μια στενή λωρίδα σκιάς. Τρέξιμο τοίχο - τοίχο.
Κάτι τέτοιες στιγμές με κάνουν ιδιαίτερα νάρκισσο. Αγαπώ το σώμα μου, που τα καταφέρνει καλύτερα απ’ ότι τα κατάφερνε χρόνια πριν. Θαυμάζω το μηχανισμό που μου επιτρέπει να νιώθω αυτοπεποίθηση, και να ξέρω πως είναι θέμα χρόνου να τα βγάλω πέρα σ’ άλλη μια δοκιμασία. Χαίρομαι που μπορώ, έστω και χρησιμοποιώντας το ως ένεση θάρρους, να επαναλαμβάνω φωναχτά στον εαυτό μου, πως μόνο 20, ή 18 ή 15 ψωροχιλιόμετρα έχουν απομείνει ακόμα.
Και χάρηκα, αν και δεν διακατέχομαι από κανενός είδους εθνικιστική ιδεολογία, όταν είδα την ελληνική σημαία. Έστεκε, ανάμεσα σε πολλές. Ήταν εποχή παγκόσμιας βροχής αρνητικών σχολίων για τη χώρα μου και το να βλέπω την ελληνική σημαία μου προκαλούσε μια σωρεία αντιφατικών και περίεργων συναισθημάτων.
Η ελληνική σημαία ήταν εκεί χάρη στους λίγους έλληνες, ούτε 10, που τρέχαμε στη Βουδαπέστη. Στεκόταν στο ίδιο ύψος με τις υπόλοιπες. Μια πλειάδα σημαιών, που αντιπροσώπευαν χώρες που θα τις ήθελα ισότιμες κι όχι δανειστικές. Οι έλληνες αθλητές που τρέξαμε στην Βουδαπέστη είχαμε εισπράξει μόνο ό,τι δικαιούμασταν. Είχαμε ανταμειφθεί γι’ αυτό πάνω στο οποίο είχαμε δουλέψει. Την κουρασμένη μας ύπαρξη την βάρυνε η ζέστη και η προσπάθεια, αλλά την ελάφρυνε η γνώση πως δεν εκμεταλλεύτηκε παρά μόνο τις δικές της δυνάμεις. Πως δεν δανείστηκε, δεν σπατάλησε, δεν απέτυχε ν’ ανταποκριθεί. Περάσαμε την γραμμή του τερματισμού, με ψηλά το κεφάλι. Εμείς, οι ανώνυμοι έλληνες, ήμασταν εκείνη τη στιγμή οι καλύτεροι πρεσβευτές της χώρας μας, έτσι ήθελα να το βλέπω, τουλάχιστον.
Παρ' όλη τη ζέστη πλησίαζε ένας βαρύς κι αβέβαιος για όλους μας χειμώνας. Ήλπιζα πως οι ζεστές αναμνήσεις θα μετρίαζαν τις κρύες μέρες που έρχονται. Έτσι, θα τις κρατούσα καλά φυλαγμένες, σαν μέσα σε γυάλινη σφαίρα. Θα τις ανακινούσα, όπως τώρα, κάθε που θα ήθελα να βλέπω ομορφότερο τον κόσμο, και θα τις παρατηρούσα να στροβιλίζονται μέσα σ’ ένα ψεύτικο χιόνι. Για να έχει όμορφο τέλος η ζωή μας πρέπει να την ζήσουμε σαν να ήταν παραμύθι.

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Διεθνείς Μαραθώνιοι. 6.



                Βερολίνο, 25 Σεπτεμβρίου  2011.



    Το εκτός λειτουργίας αεροδρόμιο του Tempelhof φιλοξενεί σήμερα ένα και μοναδικό αεροπλάνο. Είναι το περίφημο C 54 Skymaster, με αριθμό σειράς 8888. Αποτελεί τον μουσειακό εκπρόσωπο μιας σκληρής εποχής. Είναι καλοδιατηρημένο, σαν καινούργιο. Το σκαρί του αστράφτει στον ήλιο κι αντανακλά μια ιστορία που θα μπορούσε να διδάσκεται στα σχολεία.
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 24ης Ιουνίου του 1948 οι Ρώσοι προχωρούσαν στον αποκλεισμό  του τομέα του Βερολίνου, ο οποίος βρισκόταν υπό τον έλεγχο των δυτικών συμμάχων. Ο αποκλεισμός θα διαρκούσε μέχρι της 12 Μαΐου του 1949 και σκοπός του ήταν ο στραγγαλισμός του ξένου σώματος, που το τμήμα αυτό αποτελούσε για τους Ρώσους. Παραλίγο να το καταφέρει. Εκείνη τη μέρα οι σιδηροδρομικές γραμμές που οδηγούσαν στον τομέα σταμάτησαν να λειτουργούν για ‘τεχνικούς λόγους’, και η γέφυρα του μοναδικού δρόμου επικοινωνίας έκλεισε με την πρόφαση της επισκευής. Η επιβίωση 2.500.000 Βερολινέζων απαιτούσε, σε ημερήσια βάση, περίπου 2000 τόνους αλευριού, δημητριακών, πατάτας, ζάχαρης, γάλατος και, επιπλέον, τα απαραίτητα για τις ενεργειακές ανάγκες καύσιμα.
Η λειτουργία της αερομεταφοράς σωτηρίας που προκρίθηκε ως λύση ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Κι όχι μόνο επειδή οι πιλότοι έπρεπε να πετάνε ακόμα και με κακές καιρικές συνθήκες. Αν και οι Ρώσοι δεν διακινδύνευσαν γενίκευση των εχθροπραξιών, εν τούτοις έστελναν τα μαχητικά τους να κάνουν ακροβατικά γύρω από τα αεροσκάφη της αποστολής, τύφλωναν τους πιλότους με προβολείς, ενώ, στα πλαίσια ‘ασκήσεων’, προχωρούσαν ακόμα και σε ρίψη κοντινών αντιαεροπορικών βολών. Οι συνεχείς πτήσεις των αεροσκαφών οδηγούσαν τους κινητήρες στα όριά τους. Κάποια ξέφευγαν από τον ανεπαρκή διάδρομο. Άλλα, με σκασμένα λάστιχα, καθυστερούσαν στην απογείωση, αναγκάζοντας τη σειρά που ακολουθούσε να κάνει κύκλους. Κάθε λανθασμένη κίνηση μπορούσε να προκαλέσει πολλαπλή σύγκρουση. Οι πιλότοι της ιστορικής αερομεταφοράς διακινδύνευαν τη ζωή τους σε μια εποχή όπου ο πόλεμος είχε τελειώσει, οι συνάδελφοί τους βρίσκονταν από καιρό στα σπίτια τους, και πολλά C 54 είχαν ήδη μετατραπεί και λειτουργούσαν ως επιβατηγά. Όμως κατάφεραν ένα επίτευγμα, κι έσωσαν χιλιάδες κατοίκους από τον αφανισμό.



Βερολινέζοι παρακολουθούν την προσγείωση ενός C-54 στο αεροδρόμιο του Tempelhof. (1948).
Το καλοδιατηρημένο C- 54 στο αεροδρόμιο του Tempelhof δεν πετάει πια, συνεχίζει όμως να μεταφέρει ένα πολύτιμο φορτίο. Είναι το φορτίο της γνώσης και της μνήμης. Της γνώσης πως η ιστορία αλλάζει, πως οι παλιοί εχθροί μπορούν να γίνουν φίλοι και το αντίθετο. Και της μνήμης που υπενθυμίζει πως, ακόμα και σε μια εποχή η οποία λεκιάζει την ιστορία της Ευρώπης, κάποιοι ανώνυμοι πολίτες της δείχτηκαν πρόθυμοι να ρισκάρουν τις ζωές τους, για να μπορούμε σήμερα, ξεφυλλίζοντας τις σελίδες της, να βλέπουμε κάτι παραπάνω από αυτόν τον λεκέ. 


   Στις 30 Οκτωβρίου του 2008, σε μια αποχαιρετιστήρια τελετή με τον τίτλο “Goodbye Tempelhof”, παρουσία 800 καλεσμένων, το αεροδρόμιο σταμάτησε να λειτουργεί. Η βραδιά ολοκληρώθηκε με το τραγούδι “Time to say goodbye”, τραγουδισμένο από τις υγρές φωνές των φίλων του, οι οποίοι μάταια είχαν πασχίσει ν’ αποτρέψουν το κλείσιμο του αεροδρομίου που είχε συνδεθεί με τη σωτηρία της πόλης τους.
Σήμερα το Tempelhof φιλοξενεί εκδηλώσεις. Επίσης χρησιμεύει ως εκθεσιακός χώρος της διοργάνωσης του μαραθωνίου. Ως αεροδρόμιο, διαθέτει άπλετα τετραγωνικά και κτιριακές εγκαταστάσεις. Οι αλλοτινές αίθουσες αναμονής προσφέρονται ως χώροι αναψυχής, παραλαβής των αριθμών συμμετοχής και, κυρίως, μιας απέραντης έκθεσης αθλητικών ειδών.
Οι περισσότεροι δρομείς είναι φετιχιστές. Λατρεύουν τα αθλητικά είδη, κυρίως τα παπούτσια. Αν στην εποχή της Βίβλου το δρομικό κίνημα ήταν ανάλογα ανεπτυγμένο, τότε ο Μωυσής, επιστρέφοντας από το όρος Σινά, δεν θα έβρισκε τους ολιγόπιστους γύρω από ένα χρυσό μοσχάρι, αλλά σκυμμένους πάνω στα νέα μοντέλα των εταιριών. Αυτή η ασθένεια έχει πλήξει ιδιαίτερα, και μένα και τον αδερφό μου, κι έτσι βρισκόμασταν στον παράδεισό μας. Μόλις ολοκληρώσαμε την παραλαβή των αριθμών, ξεχυθήκαμε σε πέντε ώρες κοινής αναζήτησης. Αθλητικά παπούτσια, όλων των ειδών και των χρωμάτων. Τα κορδόνια των δικών μου ήταν μόνιμα λυμένα, για να ευκολύνομαι στις δοκιμές. Τα μοντέλα της περσινής χρονιάς δίνονταν μισοτιμής. Τα χέρια μας γέμισαν τσάντες.
Και μόνο κάπου προς τα τελευταία περίπτερα συνειδητοποιήσαμε έντρομοι πως μόνο τις τσάντες των ωνίων κρατάμε. Τις άλλες, τις απαραίτητες, με τα νούμερα και τα τσιπ του αγώνα, τις έχουμε ξεχάσει, ποιος ξέρει που;
Ήταν το εσπευσμένο τέλος των αγορών. Δυο περίπτερα δεν πρόλαβαν ν’ αξιωθούν την επίσκεψή μας. Επιστέψαμε πανικόβλητοι, ρωτήσαμε εθελοντές κι υπαλλήλους, περάσαμε απ’ όλα τα σημεία στα οποία είχαμε σταθεί. Τίποτα. Ήμασταν χαμένοι μέσα σ’ ένα ατέλειωτο πλήθος ανθρώπων, που δυσκολεύονταν να χωρέσουν ακόμα και σ’ ένα αεροδρόμιο. Αγγίζαμε τα όρια της απελπισίας, όταν, πάνω από τη γενική οχλοβοή, υψώθηκε η επιτακτική φωνή των μεγαφώνων. Αναγγελία των ονομάτων μας. Στήσαμε αυτί για να βεβαιωθούμε πως ακούσαμε σωστά, κι η φωνή επανέλαβε, επακριβώς. Να παρουσιαστούμε, παρακαλούσε, στο γραφείο αριθμός τάδε, Lost and found. Οι δυο υπεύθυνες κοπέλες χαμογέλασαν με κατανόηση, καθώς εκφράζαμε την ευγνωμοσύνη μας μ’ έναν αναστεναγμό ανακούφισης.
Να ‘ναι καλά όλοι όσοι συνεργάστηκαν για να ξαναφτάσει στα χέρια μας ό,τι θα μας ήταν πιο πολύτιμο, τη μέρα που θα ξημέρωνε.




 

   Ο μαραθώνιος του Βερολίνου είναι ένας μαραθώνιος του Ντίσελντορφ, αλλά σε μεγέθυνση. Φιλοξενεί 40.000 δρομείς, αριθμός που κάθε χρόνο  συμπληρώνεται όλο και νωρίτερα. Για το 2012 έλαβα μέηλ που με ενημέρωνε πως αν ήθελα να συμμετέχω πάλι έπρεπε να βιαστώ, καθώς την πρώτη κιόλας μέρα των εγγραφών είχαν δηλώσει 20.000 υποψήφιοι. Σήμερα κλείνει σαν αστραπή. Θεωρείται ο καλύτερος της Ευρώπης, αφού εκτός των άλλων η διαδρομή του προσφέρεται για επιδόσεις και η διοργάνωσή του καταφέρνει να προσελκύει διεθνούς φήμης πρωταθλητές.
Καθώς την ημέρα εκείνη καταγράφτηκε και το νέο παγκόσμιο ρεκόρ, είναι σίγουρο πως ο μαραθώνιος του Βερολίνου θα κρατήσει τη διάκριση και για το νέο έτος. Δεν ξέρω, όμως, πόσους στ’ αλήθεια από τους συμμετέχοντες ενδιαφέρει αυτό. Η ιδέα ‘ήμουν κι εγώ εκεί’, είναι πάντα ελκυστική, δεν μου φαίνεται όμως πως το ρεκόρ ήταν κάτι που θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε επίδραση στους περισσότερους δρομείς, τη στιγμή τουλάχιστον που σημειώθηκε. Στις 2 ώρες 13 λεπτά και 38 δευτερόλεπτα το κύριο σώμα των δρομέων δεν είχε φτάσει ακόμα ούτε στα μισά του δρόμου.
Σ’ αυτόν τον αγώνα κανείς μας δεν κυνηγούσε τίποτα. Ο αδερφός μου είχε ελλιπείς προπονήσεις κι εγώ τις υποχρεώσεις άλλων δυο διεθνών μαραθωνίων κι ενός υπερμαραθώνιου βουνού, για τις επόμενες τρεις εβδομάδες. Θα πηγαίναμε, όμως, παρέα. Παρόλο που συμμετείχαμε σε πολλούς κοινούς αγώνες, δεν είχαμε τρέξει κανέναν μαζί μέχρι το τέλος. Και, δυστυχώς, ο οικονομικός μας ορίζοντας δεν μας διαβεβαίωνε πως θα έχουμε ξανά την ευκαιρία.
Για το μέσο δρομέα ο μαραθώνιος του Βερολίνου είναι μια μακριά πορεία μέσα στη μεγαλύτερη ανθρωποθάλασσα που έχει βρεθεί ποτέ. Ένα πελώριο πολύχρωμο ποτάμι, που φθάνει όσο και το μάτι. Η πόλη τον αγαπά. Τον κρατά διαρκώς στην αγκαλιά της και τον περνά από τα πιο σημαντικά της μέρη. Η διαδρομή είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε να διασταυρώνεται τακτικά με τις στάσεις του μετρό. Όποιος θεατής επιθυμεί μπορεί να παρακολουθήσει τους προσφιλείς του σ’ ένα σημείο, μετά να πάρει το μετρό που θα τον κατεβάσει στο επόμενο, κ.ο.κ. μέχρι και τον τερματισμό. Υπολογίστε ένα εκατομμύριο θεατές, αρκετούς από τους οποίους κινούνται μ’ αυτόν τον τρόπο, κι έχετε μια εικόνα.
Στο Βερολίνο ο μαραθώνιος έχει τη θέση που του αξίζει. Είναι η γιορτή της πόλης, η καρδιά της οποίας χτυπά στο ρυθμό του βηματισμού των δρομέων της και των ενθαρρυντικών ιαχών του κόσμου της. Η μουσική μιας μπάντας ξεκινά σχεδόν από εκεί όπου έχει σταματήσει να σε συνοδεύει ο ρυθμός της προηγούμενης. Λίγο πριν τον τερματισμό, ένα πανό ανέγραφε ευκρινώς, You are the heroes of Berlin. Μας  θεωρούσε, όλους μας, ήρωες του Βερολίνου. Όλους μας, ήταν σαφές. Από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο.
Δεν ξέρω αν οι μαραθωνοδρόμοι είναι ήρωες. Αποτελεί θέμα ατέρμονων συζητήσεων το αν ο όρος ήρωας είναι καταχρηστικός ή όχι, για ανθρώπους που υποβάλλουν εθελούσια τον εαυτό τους στη διαδικασία της υπέρβασής του. Σίγουρα, δεν ήμασταν οι πιλότοι που διακινδύνευαν τις ζωές τους, για να σώσουν τους γονείς και τους παππούδες αυτών που μας υποδέχονταν στον τερματισμό σαν να ήμασταν ήρωες.
Τερματίζοντας, όμως, σε χρόνο πάνω από 4,30 ώρες είχα όλη την άνεση να παρατηρώ το πολυάριθμο πλήθος ανάμεσα στο οποίο βρέθηκα να τρέχω. Έχω αποφασίσει πως αυτό το γκρούπ είναι που συμπαθώ περισσότερο. Άνθρωποι της διπλανής πόρτας, οι περισσότεροι στην πρώτη τους φορά. Δρομείς που το κουράγιο τους αντιμάχεται την αγωνία, αν θα τα καταφέρουν. Άνθρωποι που λογιών περιορισμοί δεν τους επέτρεψαν να μπουν σε μια σίγουρη μάχη. Που ψάχνουν αποθέματα από το μισό κιόλας της διαδρομής, όπου η απειρία τους έστειλε γρήγορα να φτάσουν. Που τρέχουν για ώρες, καταπολεμώντας την παρόρμησή τους να περπατήσουν, ή περπατούν, παλεύοντας με την εσωτερική φωνή που τους προτρέπει να τα παρατήσουν.
Θεωρώ πως η λέξη ήρωας, στην αυστηρή της έννοια, αρμόζει μόνο σε όσους η αίσθηση του χρέους παραμέρισε την πρωταρχική τους αγάπη για ζωή. Που την έπαιξαν κορώνα γράμματα, για να μπορεί αυτή να χαριστεί σε κάποιους άλλους. Οι πραγματικοί ήρωες αναδεικνύονται στις πραγματικές μάχες, είτε του πολέμου, είτε της ειρήνης.
Όλοι μας, όμως, φανταζόμαστε πως ο κόσμος μας κάποτε θα γίνει καλύτερος. Πως δεν θα υπάρχουν πια διαιρέσεις, πόλεμοι κι αποκλεισμοί. Πως η ειρήνη θα συνοδεύεται από μια ευημερία που δεν θα χρειάζεται ηρωισμούς για να εξασφαλιστεί η επιβίωση. Αλλά, ακόμα κι αν έρθει αυτός ο κόσμος, πιστεύω πως η λέξη ήρωας δεν θα εξαφανιστεί από τα λεξικά. Θα μείνει για λίγο μετέωρη, αλλά μετά θα βρει το νόημά της, κάπου μέσα στο πολύχρωμο ποτάμι των ανθρώπων που τρέχουν στους δρόμους των πόλεών μας. Αυτό νομίζω πως νιώθουν, και αυτοί που μεγαλόψυχα αποδίδουν την τιμή, και αυτοί που ταπεινά την εισπράττουν. 

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

BSI Lake Balaton Supermarathon. Μετά.

                                                          

 

Για πολλά χρόνια πλήγωνα τα πόδια μου στους αγώνες. Μελάνιαζα δάχτυλα κι έχανα νύχια. Άργησα να καταλάβω πόσο μεγαλώνει ένα πόδι τρέχοντας και πόσο καλύτερα συμπεριφέρονται τα παπούτσια όταν είναι 1,5 με 2 νούμερα μεγαλύτερα του κανονικού. Ευτυχώς. Αν στο γύρο της λίμνης φορούσα παπούτσι στο νούμερό μου θα έπρεπε να το κόψω με ψαλίδι, για να βγάλω από μέσα το πόδι μου.
Η όψη του ήταν αποκαρδιωτική. Λίγες ώρες μετά τον αγώνα, από το γόνατο και κάτω, θα γινόταν διπλό. Το πέλμα μου έμοιαζε με πάπιας, τα δάχτυλα δύσκολα ξεχώριζαν. Στο ξενοδοχείο κατέβαλα πολύ προσπάθεια για να μπω στην μπανιέρα. Ήμουν μερικώς ανάπηρος. Στηριζόμουν στους τοίχους και στα λαβομάνα. Το πόδι που με κουβαλούσε για 24 δρομικές ώρες, τώρα, και για αρκετές μέρες, θα το κουβαλούσα εγώ.
Η έλλειψη χρόνου δεν μας επέτρεπε ούτε καν να παρακολουθήσουμε τις απονομές. Το ίδιο κιόλας βράδυ, έπρεπε να είμαστε στο Novi Sad της Σερβίας, να έχουμε καλύψει, δηλαδή, περίπου τη μισή απόσταση για πίσω. Αποχαιρέτησα τον διοργανωτή. Δεν ξέρω αν είμαι ‘fighter’, όπως κολακευτικά με αποκάλεσε. Ξέρω πως το ήθελα πολύ και το έκανα. Κι όχι επειδή συνωμότησε το σύμπαν, όπως διακηρύσσει ευπώλητος συγγραφέας – γκουρού. Απλά, το σύμπαν μέσα μας είναι πολύ πιο ενδιαφέρον, απ’ όσο η καθημερινότητα μας μάς επιτρέπει να δούμε.
Τον διοργανωτή θα τον ξανασυναντούσα μια ακόμα φορά, 6 μήνες αργότερα, στο μαραθώνιο της Βουδαπέστης. Ήταν πάλι εκεί και βοηθούσε. Ισχυρίστηκε πως με γνώρισε, αλλά ίσως το έκανε από ευγένεια. Από το πόστο του συναντά πολλούς σαν και μένα. Στο πολυτελές λεύκωμα, ‘Η μπλε γραμμή’, που κυκλοφόρησε για τον επετειακό μαραθώνιο της Αθήνας του 2010, τον αντικρίζω ξανά. Βρίσκεται στη σελίδα 126, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία της τελετής, με το επίσημο διαπιστευτήριο στο πέτο του. Δεν έχει το χαρακτηριστικό χαμόγελο που κρατούσε μόνιμα κάτω από το παχύ μουστάκι. Η έκφρασή του είναι σοβαρή, καθώς αποδίδει τιμές, ανάμεσα σε άλλους αξιωματούχους. Ξέρω πως δεν το κάνει τυπικά. Βρίσκεται στo κέντρο του κόσμου του και το νιώθει. Εγώ δεν συναντώ πολλούς σαν κι αυτόν, γι’ αυτό και τον θυμάμαι.

Οδηγούσαμε ατέλειωτα, μέσα στο σκοτάδι, περάσαμε τα σύνορα της Σερβίας. Καθόμουν στο μπροστινό κάθισμα, μ’ απλωμένο το σακατεμένο μου πόδι. Στη σκέψη μου οι πρόσφατες εικόνες μπερδεύονταν μ’ άλλες φανταστικές, που δημιουργούσε η κούραση κι η παραζάλη των ημερών. Φανταζόμουν τη Szilvia να παίρνει το μετάλλιό της και να επιστρέφει στην ταπεινή καθημερινότητα και στην οικογενειακή της βιοπάλη. Δεν θα την υποδέχονταν τα πλήθη, ούτε θ’ άκουγε φανφάρες. Δεν θα την αντάμειβαν με χρυσές ράβδους και δεν θα της απένειμαν αξιώματα στον Ουγγρικό στρατό. Στα μάτια μου όλοι οι ντοπαρισμένοι πρωταθλητές δεν την έφταναν στο μικρό της νυχάκι. Δεν ήξερα αν θα την ξανάβλεπα ποτέ. Αλλά ήξερα πως θα την σκέφτομαι, κάθε που στη ζωή μου θα χρειαζόμουν κουράγιο για να προχωρώ στα δύσκολα.
Szilvia Moroz
Είχα δικό της μόνο ένα χαρτί, με πρόχειρα γραμμένη την ηλεκτρονική της διεύθυνση, αλλά η εικόνα της ήταν ακόμα φρέσκια στο μυαλό μου και μπορούσα να την ανακαλώ αποτελεσματικά. Η φιγούρα της, σιωπηλή, συγκεντρωμένη, χαμένη μέσα στις φαρδιές, φτωχικές της φόρμες, βρίσκεται μαζί μου κάθε φορά που θυμάμαι αυτόν τον αγώνα. Την βλέπω να τρέχει δίπλα μου, να κρατά σταθερά το τέμπο, και ν’ ακολουθεί, βήμα το βήμα, εκατό, χίλιες, δέκα χιλιάδες φορές, μέχρι ν’ αφήσει διακόσια χιλιόμετρα πίσω της αυτό που στο ξεκίνημα υπήρξε, για να συναντηθεί οριστικά μ’ αυτό που στο εξής θα είναι.

-----------------------------------



Ο γύρος της λίμνης Balaton έχει καταταχτεί στη συνείδησή μου ως ο σημαντικότερος αγώνας που έκανα και που πιθανότατα θα κάνω ποτέ. Αλλά μετά έπρεπε να πληρώσω τις συνέπειες. Η συμφωνία που είχα προτείνει προς όποιον ουράνιο άκουγε, να μ’ αφήσει να ολοκληρώσω τον αγώνα κι ας μην περπατούσα για 3 βδομάδες (μετά θα χρειαζόμουν οπωσδήποτε το πόδι μου , τα εισιτήρια για το Νεπάλ ήταν ήδη πληρωμένα), έμελε να κρατηθεί.
Επισκέφτηκα ορθοπεδικό. Θα το ξεπερνούσα εντελώς, μου είπε, αλλά δεν ήταν βέβαιος για την προθεσμία που μ’ έκαιγε. Την πρώτη εβδομάδα δεν μπορούσα να το πατήσω καθόλου. Η μέρα μεγάλωνε, ο καιρός ομόρφαινε και το να μένω κλεισμένος προκαλούσε μελαγχολία, όμως το πόδι μου ήταν σαν ζυμάρι, κι όταν πίεζα με το δάχτυλο δίπλα στην κνήμη σχηματιζόταν ένα βαθούλωμα που δεν έφευγε. Στις 10 μέρες δεν ήταν πια διπλό από το κανονικό και μπορούσα ν’ ανέβω σε ποδήλατο. Στις 15 ξεκίνησα, προσεκτικά, λίγα βάρη. Οποιαδήποτε κίνηση δεν είχε να κάνει με το μοτίβο αυτής που με τραυμάτισε, ήταν πιο εύκολη. Άρχισα το περπάτημα και πέντε μέρες πριν από το ταξίδι δοκίμασα δειλά τζόκινκ. Την πρώτη μέρα του πολυήμερου τρέκινγκ στην μακρινή χώρα αισθανόμουν κάποια ενόχληση. Από τη δεύτερη, τίποτα. Μια μικρή λευκή οπή συνέχισε να παραμένει κάθε που πίεζα με το δάχτυλο δίπλα στην κνήμη μου, αλλά, κάποτε, θα έφευγε κι αυτή.




                                        Μετά.

6 μήνες μετά. Ο μαραθώνιος της Βουδαπέστης είχε τελειώσει, μια μέρα πριν. Μαζί του τέλειωναν κι οι ωραίες μέρες. Υπολείπονταν δυο μεγάλοι αγώνες ακόμη, αλλά ο κυριότερος αγώνας, πλέον, ήταν να ξεπερνάς τη θλίψη και την αγωνία για το μέλλον που πλησίαζε σκοτεινό. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα και τα όμορφα συναισθήματα πάλευαν με τη μελαγχολία του τέλους. Το αεροσκάφος της μακαρίτισσας Malev είχε μόλις απογειωθεί. Πέρασα στα μάτια μου το μαντήλι που είχα φέρει από το Νεπάλ. Απομόνωνε το φως κι επέτρεπε καλύτερο ύπνο. Δεν είχα προλάβει να κοιμηθώ, όμως, όταν ο φίλος μου, που είχε θέση στο παράθυρο, με παρότρυνε να μην χάσω ένα ωραίο θέαμα.
Έσκυψα και την είδα να διαγράφεται λαμπρή. Ήταν η λίμνη που είχα τρέξει. Μπορούσα, για πρώτη φορά, να τη βλέπω ολόκληρη. Άστραφτε κι αντανακλούσε το φως της, σαν σινιάλο που έστελνε ένας τεράστιος καθρέφτης. Προσπάθησα να νιώσω αυτό που μου έλεγε και νομίζω πως τα κατάφερα. Μου έλεγε πως δεν πρέπει να λυπάμαι, ό,τι μια φορά έζησα, για πάντα θα ζει.
Την έτρεξα νοερά, όπως οι μεγάλες αποστάσεις, αποδεδειγμένα πια, μου επέτρεπαν να κάνω. Μετά το αεροσκάφος άρχισε να στρίβει. Η λίμνη πήρε ένα μελανί φως και κρύφτηκε κάτω από το δεξιό φτερό. Όταν ξανακοίταξα, δεν ήταν εκεί. Ξανάφερα το μαντήλι στα μάτια, κι αποκοιμήθηκα.




ΥΓ. Με τη Szilvia παραμένουμε μέχρι σήμερα διαδικτυακοί φίλοι. Μαθαίνει και μαθαίνω νέα της, βλέπω και βλέπει φωτογραφίες μας στο fb, ανταλλάσσουμε λάικ, πολλές φορές χωρίς να είμαστε σίγουροι γιατί, απλά, ως ένδειξη μιας συνέχειας της ιδιότυπης σχέσης μας. Της γράφω στα τσάτρα πάτρα αγγλικά μου κι αυτή βάζει τα ουγγρικά της κείμενα στον αυτόματο μεταφραστή. Στα μισά δεν βγάζω άκρη, τα υπόλοιπα μεταφράζονται τόσο παράλογα που σε κάνουν να γελάς.
Την ενημέρωσα έγκαιρα για το σκοπό μου να συμμετέχω στον μαραθώνιο της Βουδαπέστης το 2011, της πρότεινα να τον τρέξουμε κι αυτόν μαζί. Κατάφερα να αποκωδικοποιήσω την απάντησή της. Μου έλεγε πως λυπάται, ένας τραυματισμός στον αστράγαλο την εμπόδιζε να τρέξει, αλλά θα ερχόταν να με δει. Θεώρησα απίθανο πως θα βρισκόμασταν σε τόσο πλήθος, αλλά στη γραμμή που σχημάτιζε ο κόσμος στους δρόμους εξείχαν δυο ελληνικά σημαιάκια. Η Szilvia εμφανίστηκε σε τρία σημεία της διαδρομής και στον τερματισμό. Δεν ξέρω αν θα σκεφτόμουν να κρατώ ουγγρικά σημαιάκια σ’ ανάλογη περίπτωση, δεν ξέρω καν που μπορεί κανείς να προμηθευτεί ουγγρικά σημαιάκια. Μου έστειλε τις τρεις και μοναδικές φωτογραφίες που έχω από τον μαραθώνιο της Βουδαπέστης, τραβηγμένες από την ίδια. Την έχω προσκαλέσει να τρέξουμε μαζί στην κλασική διαδρομή της Αθήνας, θα μπορούσα να της εξασφαλίσω φιλοξενία και μεταφορά. Νομίζω πως θα το ήθελε, αλλά νομίζω επίσης πως δύσκολα θα έβρισκε τα χρήματα για να έρθει, ακόμα και μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Εκτός από το χάσμα της γλώσσας, μας χωρίζει και η οικονομική κρίση των χωρών μας, που έχουν αμφότερες προσφύγει στο ΔΝΤ.

Μου επιφύλασσε όμως μια τελευταία έκπληξη. Ίσως ήταν έκπληξη και για την ίδια, αλλά κάποια στιγμή μ’ αναγνώρισε σε μια σειρά φωτογραφιών, που σκοπό έχουν να διαφημίζουν και να προωθούν τον αθλητισμό στην Ουγγαρία. Μ’ εμφανίζει να τρέχω στη λίμνη Balaton, με φόντο ένα θολό ομιχλώδες τοπίο. Στην φωτογραφία αναγράφεται η απόσταση του μαραθωνίου, σε διάφορους τρόπους μέτρησης, και στο κάτω μέρος με κεφαλαία γράμματα, η φράση, KEPES VAGY RA. Την έβαλα στον μεταφραστή και πήρα το αποτέλεσμα: ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ.
Δυσκολευόμουν να το πιστέψω, όταν μου το έστειλε. Μου φαινόταν περίεργο που διάλεξαν εμένα από τόσους αθλητές, γι’ αυτήν τη φωτογραφία. Ρώτησα τη Szilvia πως μπορώ να την έχω και έβαλα την απάντησή της στον αυτόματο μεταφραστή. Βγήκε κάτι ακατανόητο.
Η Szilvia έπιασε δουλειά σ’ ένα κέντρο γυμναστικής. Μαθαίνει αγγλικά μου είπε, κι έτσι ίσως κάποτε ριχτεί μια πιο σίγουρη γέφυρα συνεννόησης ανάμεσά μας. Αλλά δεν είμαι βέβαιος πως το θέλω κιόλας. Η επικοινωνία μας είχε μια ιδιαιτερότητα που τη συνήθισα και θα μου κακοφανεί να χαθεί. Βρίσκω ενδιαφέρον στο παιχνίδι των διαισθήσεων. Κατά κάποιο τρόπο λειτούργησε αποτελεσματικά και κατάφερε το σκοπό του, περισσότερο ίσως κι απ’ όσο αδέξιες κουβέντες θα μπορούσαν.

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Διεθνείς Μαραθώνιοι. 5.



Ντίσελντορφ, 2 Μαΐου 2010.



Στο Ντίσελντορφ είχα την ευκαιρία ν’ ανταποδώσω το δώρο στον αδερφό μου. Αυτήν τη φορά το ανέλαβα εγώ. Τρεις μόνο μέρες, όσες και στη Ζυρίχη. Λίγες, αλλά συμπυκνωμένης μορφής. Μέρες που συνειδητοποιείς πως την ομορφιά της ζωής δεν θα την άλλαζες ούτε με τον παράδεισο, (οι περιγραφές του οποίου, άλλωστε, μου δίνουν την εντύπωση ενός βαρετού μέρους αναψυχής, κάτι σαν τα λουτρά των ηλικιωμένων). Οι χαλαρές μας βόλτες στην προκυμαία του Ρήνου, οι ανάπαυλες στις πολυθρόνες των καφέ με τα βιολιά των πλανόδιων μουσικών, οι βιτρίνες των μαγαζιών που η κάθε μια τους αποτελούσε ξεχωριστή αισθητική πρόταση, οι απαραίτητοι πεζόδρομοι.
Η Γερμανία, όπως όλες οι χώρες, όπως κι όλοι οι άνθρωποι, είναι νόμισμα με όψεις που το κοιτάς απ’ όποια πλευρά θες. Αν είσαι κακοδιάθετος βλέπεις τους ανθρώπους της σαν ρομπότ, την οργάνωσή της σαν στρατιωτική πειθαρχία και την ιστορία της σαν λαίλαπα που σάρωσε τον κόσμο με δυο παγκοσμίους πολέμους κι ένα τερατώδες ολοκαύτωμα. 
Εγώ ήμουν καλοδιάθετος και καλοπροαίρετος. Το χαμόγελο, ακόμα κι αυτό που υποτιμητικά το χαρακτηρίζουμε τυπικό, δεν το βλέπω ως προγραμματισμό μιας ανέκφραστης μηχανής, αλλά ως εκδήλωση απαραίτητης και στοιχειώδους ευγένειας. Το προτιμώ ανυπερθέτως από την ειλικρινή κι ανεπιτήδευτη βαλκανική βλοσυρότητα που αντιμετωπίζω καθημερινά. Επίσης, χωρίς εκούσια πειθαρχία δεν θα είχα τρέξει μαραθώνιους, ούτε θα είχα γράψει αυτά τα κείμενα. Όσο για την ιστορία, όπως είπα, είναι νόμισμα με δυο όψεις. Στο όμορφο εκείνο δειλινό, δίπλα στο Ρήνο, έχοντας την καλύτερη των διαθέσεων, είδα την όψη μιας χώρας που προσέφερε στον κόσμο ένα μερίδιο τεχνών, πολιτισμού κι επιστήμης, δυσανάλογα μεγάλο, με τη μικρή ζωή των 250 χρόνων της. Η Γερμανία για μένα δεν ήταν ο Χίτλερ, ή τουλάχιστον όχι μόνο αυτός. Ήταν η μουσική του Μπαχ‎ του Χαίντελ‎ του Μπετόβεν, του Βάγκνερ, του Σούμαν. Ήταν η ζωγραφική του Ντύρερ, του Μέμλινγκ, του ‎ Μάκε, του Χόλμπαϊν. Ήταν οι ανακαλύψεις του Κοπέρνικου, του Κέπλερ, του Πλανκ, του Αϊνστάιν, του Μπορν, του Λάιμπνιτς. Ήταν η σκέψη του Γκαίτε, του Νίτσε, του Καντ, του Σοπενχάουερ, του Σπένγκλερ. Μέρος μόνο της πολιτιστικής παρακαταθήκης της όλοι αυτοί.
Αξιολογώντας τον μαραθώνιό της, το μόνο καλύτερο, κι αυτόν κυρίως από πλευράς συμμετοχών, τον βρήκα στο Βερολίνο. Πάλι γερμανικός, δηλαδή. Χωρίς, φυσικά να έχω τρέξει Λονδίνο, Άμστερνταμ, ή Βιέννη, ώστε να συγκρίνω.
Καταθέτω μόνο αυτά που έζησα: Ένα πρωτοφανές πλήθος θεατών που δεν το αποθάρρυνε ούτε η διαρκής βροχή. Μεγάλοι και μικρά παιδιά, με ομπρέλες κι αδιάβροχα σ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής μας. Μπάντες μ’ αστείρευτες μελωδίες. Ηχεία τοποθετημένα σε παράθυρα σπιτιών, να γεφυρώνουν τα μουσικά κενά. Στα μπαλκόνια ανθρώπινα τσαμπιά, να γνέφουν χαρούμενα. Οι καμπάνες του καθεδρικού να χτυπάνε χαρμόσυνα. Μεσόκοπες γυναίκες να σου προσφέρουν γλυκίσματα φτιαγμένα από τα χέρια τους, πώς να αρνηθείς; Προτροπές που προφέρουν τ’ όνομά σου, Vasileios, όπως αναγράφεται εμφανώς κάτω από το νούμερο της συμμετοχής σου. Και το μετάλλιο του τερματισμού, ένα εξαιρετικό έργο τέχνης.
Τις δυο γερμανίδες που οδηγούσαν το γκρουπ των 4 ωρών (να ‘τος πάλι ο χρόνος στόχος), μόνο αγκαζέ που δεν τις πήραμε. Εγώ από αριστερά, ο αδερφός μου από δεξιά. Μια ακόμα άκαρπη προσπάθειά του να σπάσει το πολυπόθητο φράγμα. (Θα το κατάφερνε τελικά 4 χρόνια μετά, στον πρώτο μαραθώνιο του Ναυπλίου). Οι λαγίνες μας διέφεραν από τους Ιταλούς ομολόγους τους στο Μιλάνο, για να ικανοποιήσω κάπως κι αυτούς που έχουν για τη Γερμανία την στερεότυπη άποψη. Ο Ιταλός οδηγός μας στον μιλανέζο μαραθώνιο ήταν ενθουσιώδης κι εμψυχωτικός. Κουράτζο, σινιόρι, κουράτζο. Σόνο στάτι όττο μίλι, δυνατά να τον ακούν κι οι τελευταίοι της ομάδας του. Χώρια που κόντεψε να καταχερίσει τους οδηγούς που διαμαρτύρονταν. Μια φορά έστειλε το πλαστικό μπουκάλι με νερό να σκάσει στο παρμπρίζ ενός αυθάδους εποχούμενου. Μια άλλη, ευγενικά, όπως ταιριάζει σε τζέντλεμαν, εξήγησε σε μια καλοντυμένη διαμαρτυρόμενη οδηγό, που φαινόταν να καθυστερεί καθοριστικά στο ραντεβού της, πως πρόκειται για το μαραθώνιο της πόλης της, κι οφείλει, αν μη τι άλλο, να δείξει κατανόηση. Αυτό τουλάχιστον συμπέρανα από το ύφος της σύντομης, και κυριολεκτικά επί τροχάδην, φράσης του, και τις λίγες λέξεις που αναγνώρισα.
Οι γερμανίδες του γκρουπ μας δεν ήταν εκδηλωτικές, ούτε χρειάστηκε να τσακωθούν μ’ οδηγούς. Σε γερμανικό μαραθώνιο η συνάντηση με άσχετο τετράτροχο είναι φαινόμενο πιο αδιανόητο κι από την ομοφωνία των πολιτικών μας κομμάτων επί οποιουδήποτε θέματος. Παρέμεναν αυστηρά προσηλωμένες στην αποστολή τους, παρά τις μεταξύ τους κουβέντες, οι οποίες φανέρωναν το πόσο εύκολο ήταν γι’ αυτές το να μας οδηγούν. Είχαν αναλάβει μια δουλειά και θα την έφερναν σε πέρας. Όσοι γενναίοι ας προσέλθουν. Η σωστή ή μη εκτίμηση των πραγμάτων από τους ακολουθούντες πιστούς, ήταν δικό τους θέμα. Ο καθένας θ’ ανταμειβόταν ακριβοδίκαια για τις πολύμηνες προσπάθειες και τις στερήσεις που υπέβαλλε τον εαυτό του. Αυτό είναι το νόημα κάθε σωστού αγώνα και ταυτόχρονα η λεγόμενη προτεσταντική ηθική.



Χωρίσαμε με τον αδερφό μου, αφού δυσκολευόταν ν’ ακολουθήσει το γκρουπ των 4 ωρών, ενώ ο δικός μου ενθουσιασμός μου επέτρεψε να το προσπεράσω κατά τι. Στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής η βροχή πήρε να δυναμώνει, όμως κανείς από τους χιλιάδες θεατές δεν έφυγε από τη θέση του. Ήταν το σημαντικότερο συμβάν εκείνης της ημέρας, κι όχι μόνο.
Φέρνω τον εαυτό μου στη θέση των θεατών, προσπαθώντας να καταλάβω, αλλά δεν είμαι σίγουρος πως τα καταφέρνω, καθώς δεν μπορώ να δω το άθλημα από τη σκοπιά ενός που δεν το εξασκεί. Ξέρω, όμως, πως στην Ευρώπη ο μαζικός αθλητισμός είναι ευρέως διαδεδομένος κι έτσι, ακόμα κι όσοι δεν τρέχουν καταλαβαίνουν τι σημαίνει αθλητική προσπάθεια. Κατανοώντας, κι έχοντας επιπλέον τη συναίσθηση του γεγονότος μιας υπέρβασης που επιχειρούν χιλιάδες άνθρωποι του λεγόμενου μέσου όρου, νομίζω πως χαίρονται επιτελώντας ένα καθήκον. Νιώθουν πως συμμετέχουν και πως βοηθούν όσους τιμούν με την παρουσία τους την πόλη τους, κι έχουν δίκιο. Στις εκθέσεις των διεθνών μαραθωνίων βρίσκεις περίπτερα με τα φυλλάδια άλλων μαραθωνίων, κι ανθρώπους σ’ αυτά που σου προτείνουν να τρέξεις και στη δική τους πόλη. Ο μαραθώνιος μιας ευρωπαϊκής πόλης είναι υπόθεση όλων των κατοίκων της και το δείχνουν έμπρακτα. Γι’ αυτό και δικαιούνται κάτι από τη χαρά που νιώθουμε, και νομίζω άλλωστε πως την παίρνουν.
Τα τελευταία μέτρα της διαδρομής του Ντίσελντορφ προσφέρουν μια εμπειρία, που για τους ιδιαίτερους ιστορικούς της λόγους βρίσκει το ανάλογό της μόνο στην κλασική διαδρομή της Αθήνας. Ένας υπερυψωμένος δρόμος στη μια πλευρά της προκυμαίας προσφέρεται ως θεωρείο για τους χιλιάδες ενθουσιώδεις θεατές, οι οποίοι έχουν προνομιακή θέα της καταληκτικής προσπάθειας των δρομέων. Τρέχοντας προς το πολυπόθητο Π του τέρματος, μετά από μια γλυκιά κατηφόρα που σε φέρνει δίπλα στον Ρήνο, ένα επίπεδο χαμηλότερα από το σημείο των θεατών, αισθάνεσαι σαν τον πρωταγωνιστή μιας παράστασης, που καταφέρνει να σηκώσει ολόκληρο το θέατρο στο πόδι.
Είναι στιγμές που λυπάσαι όταν τελειώνουν, κι ας είσαι τόσο κουρασμένος ώστε να ποθείς το τέρμα. Πέρασα τη γραμμή με τη χαρά αυτού που έζησα, αλλά και τη λύπη αυτού που τέλειωσε. Αν γινόταν, θα έκαμνα στροφή και θα επέστρεφα για να τερματίσω πάλι. Δεν γινόταν, όμως, ούτε και νομίζω πως θα γίνει να ξανατρέξω στο Ντίσελντορφ, αφού τελευταία βρίσκω τους κουμπαράδες μου άδειους. Έτσι σκέφτομαι πως, αν η ζωή μου ήταν ταινία, τα τελευταία μέτρα αυτού του μαραθωνίου θα τα έπαιζα ξανά και ξανά, σ’ ένα ατέλειωτο ριπλέι, που δεν θα με κούραζε ποτέ να βλέπω.


Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

BSI Lake Balaton Supermarathon. 4η μέρα.






                               


  Balatonfured - Siofok 52.2 χιλιόμετρα.




   Smile, ήταν η προτροπή του διοργανωτή προς τον πιο δυστυχισμένο συμμετέχοντα της τέταρτης μέρας. Το πρόσωπό μου ήταν συννεφιασμένο σαν τον μουντό, παγωμένο ουρανό εκείνης της μέρας. Όταν είσαι εξουθενωμένος είναι πιο εύκολο ν’ αποσυρθείς, όπως εύκολα μένεις στο σπίτι όταν έχεις πυρετό. Είναι όμως δύσκολο να ξέρεις ότι θα μπορούσες, να δοκιμάσεις τουλάχιστον, αλλά δεν στο επιτρέπει ένας τραυματισμός που δεν τον αισθάνεσαι καν όταν δεν είσαι όρθιος.
Κοίταζα το ασθενοφόρο στην αφετηρία, αλλά δεν ήξερα τι να ζητήσω από τα φαρμακευτικά του υπάρχοντα. Τελικά ζήτησα ψυκτικό. Με κοίταξαν απορημένοι, ‘από τώρα;’. Ένευσα ναι. Σήκωσαν τους ώμους. Εντάξει, αφού έτσι το θέλω. Ίσως μια καυστική αλοιφή να ήταν πιο κατάλληλη, αλλά ήμουν πολύ πελαγωμένος για να ξέρω. Ήθελα να πονώ όσο το δυνατόν λιγότερο. Με βασάνιζε η σκέψη του μετά. 52 χιλιόμετρα με τέτοιο πόδι θα ήταν κόλαση. Αν έβγαιναν. Αλλά, ακόμα κι αν έβγαιναν, με ποιο αντίτιμο; Σίγουρα θα προξενούσα μεγάλη ζημιά, ανεπανόρθωτη ίσως. Σε τρεις εβδομάδες θα ταξίδευα για το Νεπάλ και χρειαζόμουν το πόδι μου μέχρι τότε. Σήμερα όλα αυτά φαντάζουν προβλήματα πολυτελείας, μπορεί και να εξοργίζουν, όμως τότε ήταν η ζωή που ζούσα. Οι εμπειρίες και οι αναμνήσεις είναι οι μόνες πραγματικές περιουσίες μας και δεν μπορεί να φορολογήσει, ούτε να μας τις πάρει κανείς, παρά μόνο ο χρόνος. Αλλά τότε πια δεν θα έχει καμιά σημασία.
Υπήρχε κι ένα ακόμα, το χειρότερο, κι αρκετά πιθανό σενάριο. Να υποστώ δυο δεινά ταυτόχρονα. Και να σακατέψω το πόδι μου, και να μην βγάλω τον αγώνα. Αυτή η εκδοχή ήταν απελπιστική και μόνο να τη σκέφτομαι.
Η Szilvia με κοίταζε ανήσυχη. Από την έκφραση μου μπορούσε να ψυχανεμιστεί πως κάτι πάει πολύ άσχημα. Δεν είχα τρόπο να της πω πως, μάλλον, θα χρειαστεί να με παρατήσει και να συνεχίσει μόνη της, από ένα σημείο και μετά. Ωστόσο βρισκόμουν εκεί, στην εκκίνηση. Πλησίαζε η ώρα που έπρεπε να δοκιμάσω στην πράξη μερικές σελίδες θεωρίας. Οι αγώνες μεγάλων αποστάσεων έχουν πόνο, και το πώς θα τον υποφέρεις είναι θέμα δικού σου τρόπου. Εξωσωματική εμπειρία, αυτοσυγκέντρωση, δραπέτευση του πνεύματος προς χλοερά λιβάδια. Δεν ήμουν καλός στα μαθηματικά για να υπολογίσω πόσες φορές θα προσγειωθεί το πόδι μου σε διάστημα 52χλμ, έτσι ώστε να ξέρω τις σουβλιές του πόνου που θα υποστώ. Ήλπιζα μόνο πως έπρεπε να τον αντέξω επί 7 ατέλειωτες ώρες, όσες μας επέτρεπε η διοργάνωση, δηλαδή.



  Στο τρέξιμο υπάρχουν ορισμένες οδηγίες που οφείλεις να ακολουθείς, ακόμα και σε περιπτώσεις αποκοτιάς. Για παράδειγμα, να μην συνεχίζεις όταν ο πόνος σ’ αναγκάζει να χαλάς τη φόρμα σου. Αν το κάνεις, τη ζημιά την έχεις στην τσέπη. Θυμήθηκα την κοπέλα που χθες πήγαινε σαν σπασμένη κούκλα και που, πολύ σωστά, εγκατέλειψε. Βέβαια οι πρωταθλητές έχουν έναν παραπάνω λόγο να νοιάζονται για τα πόδια τους, μπορεί ακόμα κι ο ίδιος ο προπονητής τους να μην τους επιτρέψει να συνεχίσουν. Από μια άποψη εμείς οι ερασιτέχνες διαθέτουμε ένα πλεονέκτημα. Αποφασίζουμε πιο ελεύθερα, μ’ όλα τα καλά και τα κακά που συνεπάγεται αυτό.
Στα πρώτα μέτρα προσπαθούσα να μην τρέχω σαν κουτσός. Επεδίωξα να διορθώσω τη φόρμα μου, για να κινούμαι όσο πιο σωστά γίνεται, κι ας το πλήρωνα με παραπάνω πόνο. Νομίζω πως το κατάφερα αρκετά, αν και τώρα που βλέπω τις φωτογραφίες μερικές μου φαίνονται ύποπτες. Οι φερετίνες θέλουν λίγο χρόνο για να ενεργοποιηθούν κι ανυπομονούσα να τις νιώσω να μπαίνουν στο παιχνίδι. Συγκεντρωνόμουν στις μελωδίες των τραγουδιών, για ν’ αποφύγω τις μαύρες σκέψεις. Όλα τα πράγματα βασίζονται στην ψυχολογία, γενικά το αποδέχομαι αυτό, αλλά συνήθως ως απόρροια εμπειρίας κάποιων άλλων.
Το πόδι ζεστάθηκε, ο πόνος συνηθίστηκε κάπως, αλλά παράλληλα έπρεπε να παλεύω με την ιδέα πως κάνω ζημιά στον εαυτό μου. Φρόντιζα να την διώχνω, όπως φρόντιζα να διώχνω και το φόβο πως, από στιγμή σε στιγμή, τα φυσικά παυσίπονα του οργανισμού δεν θα επαρκούν και τότε θ’ αναγκαστώ να σταματήσω στη μέση του δρόμου. Διάολε, ήταν ατέλειωτα τα χιλιόμετρα, έτρεχες, υπέμενες, κι ακόμα υπήρχαν ένα σωρό μπροστά σου. Προσπάθησα να πάρω κουράγιο από κατορθώματα άλλων, δεν έκανα δα και κάτι σπουδαίο, σκεφτόμουν. Υπήρχαν πολλοί συμπατριώτες μου που θα μπορούσαν να ολοκληρώσουν όλα τα χιλιόμετρα της λίμνης μονομιάς και με χρόνο καλύτερο απ’ ό,τι θα μπορούσα εγώ σε τέσσερις μέρες. Όχι πολλοί, αλλά υπήρχαν.
Την τελευταία μέρα διεξάγονταν, παράλληλα με το δικό μας, κι άλλα αγωνίσματα στη λίμνη. Ατομικός δρόμος και σκυταλοδρομία. Αθλητές που, φυσικά, έτρεχαν πολύ γρηγορότερα από μας, μας έφταναν και μας προσπερνούσαν, παρ’ όλο που είχαν πάρει εκκίνηση αργότερα. Εκτίμησα το ότι, παρά τη βιασύνη τους, έβρισκαν το χρόνο για μια ενθαρρυντική κουβέντα στους συναθλητές τους με τα κόκκινα νούμερα. Ένας δρομέας καταλαβαίνει καλύτερα έναν δρομέα, κι αυτοί ήξεραν τι τραβούσαμε. Εισπράτταμε με χαρά την υποστήριξή τους. Επιδρούσε στη διάθεσή μας, ωστόσο, δεν νομίζω πως μας βοηθούσε στο χρόνο μας.
Με τον οποίο φτάσαμε ν’ αντιμετωπίζουμε σοβαρό πρόβλημα. Το συνειδητοποίησα στον τελευταίο κόφτη, 17 χιλιόμετρα πριν από το τέλος, όπου με τόσους κόπους και βάσανα καταφέραμε να φτάσουμε. Sziszka και Βασιλέιος, καλημέρα, είπαν όπως πάντα τα μεγάφωνα, αλλά οι άνθρωποι εκεί συμβουλεύονταν σκεπτικοί τα χαρτιά και τα ρολόγια τους. Βέβαια, μπορείτε να συνεχίσετε, απαφάσισαν, αλλά μόνο κατόπιν της έρευνας των στοιχείων τους. Είχαμε φτάσει έγκαιρα, όχι όμως καταφανώς έγκαιρα.
Δεν έβρισκα να είχα κάνει λάθος. Ήμουν αρκετά σχολαστικός για κάτι τέτοιο. Τόσο σχολαστικός που, πριν από το ταξίδι, είχα αλλάξει προληπτικά μπαταρία στο ρολόι μου. Θα ήταν τρελό να σταματούσε μια από αυτές τις τέσσερις μέρες, ή, ακόμα χειρότερα, λόγω εξάντλησης της μπαταρίας του να επιβράδυνε τη λειτουργία του χρονομέτρου του. Θεώρησα πως ήταν λάθος δικών τους υπολογισμών. Τα έντυπα της διοργάνωσης επεσήμαιναν τους τμηματικούς χρόνους με τους οποίους έπρεπε να κινούμαστε για να βρεθούμε έγκαιρα στους δυο σταθμούς ‘κόφτες’, αλλά, παρ’ όλο που τους τηρούσαμε σχολαστικά, ο συνολικός χρόνος, όταν φτάσαμε στον δεύτερο ‘κόφτη’, βγήκε παρά τρίχα.
Είχαμε κερδίσει, λοιπόν, το δικαίωμα, έστω και στο παραλίγο, να συνεχίσουμε. Μόνο που για να φτάσουμε, πλέον, έγκαιρα στο τέρμα, θα έπρεπε αυτά τα τελευταία 17 χιλιόμετρα να τα τρέξουμε τόσο γρήγορα, όσο δεν είχαμε τρέξει σε καμιά από τις προηγούμενες μέρες. Ήμασταν στο ζενίθ της εξάντλησης και της σωματικής μας ακεραιότητας, αλλά, ή θα τρέχαμε αυτά τα τελευταία 17 χιλιόμετρα με το γρηγορότερο ρυθμό όλων των προηγούμενων, ή θα χάναμε τον αγώνα.


   Στην ανηφόρα που ακολουθούσε το δεύτερο σταθμό - επίτηδες θαρρείς σταλμένη, για να μας χρονοτριβεί - αισθάνθηκα να κυριεύομαι από οργή. Ήταν άδικο. Είχα κάνει τα πάντα, είχα παλέψει με τον πόνο, είχα αντέξει την εξάντληση, αλλά έβρισκα ένα χρονικό χάσμα να χωρίζει την επιτυχία από την αποτυχία μου. Δεν θυμάμαι ποτέ να έχω νιώσει τόσο πείσμα. Αν αυτό το πείσμα μπορούσε να μετατραπεί σε ενέργεια θα είχα μια ελπίδα. Πίεσα για ν’ ανοίξω το βηματισμό μου κι είδα πως μπορώ. Δεν ξέρω πως, αλλά φαινόταν πως μπορώ. Επίσης, δεν ήξερα για πόσο διάστημα θα μπορώ. Και το διάστημα αυτό δεν έπρεπε να είναι κάτω από 17 χιλιόμετρα.
Οι στάσεις στους επόμενους σταθμούς ήταν ελάχιστες. Δεν μπορούσα να σταθώ σε κανέναν, έτσι κι αλλιώς. Όταν στεκόμουν έστω και μισό λεπτό ο πόνος γινόταν αφόρητος, όταν επιχειρούσα να ξεκινήσω πάλι. Έπαιρνα στο χέρι ό, τι ήθελα και συνέχιζα, ίσα ίσα για να βρίσκομαι σε κίνηση, μέχρι να με προφτάσει η Szilvia. Στις κατηφόρες ο πόνος χειροτέρευε, αλλά παρατήρησα πως κι αυτή δυσκολευόταν ακόμα περισσότερο, όταν τις συναντούσαμε. Στο πρόσωπό της σχηματίζονταν γκριμάτσες πόνου. Καθώς έπρεπε να κινούμαι διαρκώς, απλώς επιβράδυνα όσο γινόταν, μέχρι να με φτάσει και να συνεχίσουμε μαζί. Τρέχαμε σε λίμνη, δεν μπορεί να υπήρχαν πολλές κλίσεις, σκεφτόμουν. Και πράγματι κάποτε τέλειωσαν.
10 χιλιόμετρα πριν το τέλος και κρατούσαμε σταθερά, τόσο που ο ξανά κερδισμένος χρόνος άρχισε να εμφανίζει περιθώρια ελπίδας. Το μυαλό μου έκανε διαιρέσεις σε κάθε χιλιόμετρο, αυτήν τη φορά δεν θα υπήρχε λάθος. Την καθησύχασα με το V της νίκης. Θα τα καταφέρναμε, αρκεί να υπέμενε και να μ’ ακολουθεί. Χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι της με αποδοχή. Θα υπέμενε. Τόσες μέρες υπέμενε το κρύο, τον αέρα, τη βροχή, την ταλαιπωρία, τους πόνους την εξάντληση. Δύσκολα, αλλά υπέμενε.
Στα τελευταία πέντε χιλιόμετρα ήμασταν πάλι οι φορείς ενός θαύματος του τρεξίματος. Μπορούσαμε. Μπορούσαμε, τώρα, στο τέλος των τεσσάρων ημερών, να τρέχουμε με ρυθμό που θα μας φαινόταν γρήγορος, ακόμα κι αν είχαμε αγώνα μίας και μόνης μέρας. Πηγαίναμε τόσο καλά που έφτασα ν’ ανησυχώ πως ξεπερνάμε κάποιο όριο. Φοβόμουν μήπως, εντελώς ξαφνικά, τελείωναν όλα, με μια σκοτοδίνη, μ’ ένα βεβιασμένο άδειασμα κάθε κινητήριας ενέργειες. Μήπως κοκάλωνα εκεί, απότομα, όπως το αυτοκίνητό μου, τότε που ακινητοποιήθηκε έξω από τη Λάρισα, μετά από μια τρελή κούρσα.
Φτάναμε, όχι μόνο τους τελευταίους αθλητές του αγώνα μας, αλλά και μερικούς της μιας μέρας. Δίνανε κι αυτοί την τελευταία μάχη με το χρόνο, παλεύοντας μ’ ότι τους είχε απομείνει. Ένας ευθύς δρόμος μας οδηγούσε κατευθείαν προς τη λίμνη, από την οποία είχαμε απομακρυνθεί. Τέρμα η ενδοχώρα. Φτάσαμε στην παραλία και στρίψαμε αριστερά. Μια ατέλειωτη προκυμαία, μεγάλη, όπως της Θεσσαλονίκης, και στο αχνό βάθος σαν αντικατοπτρισμός το ίδιο Π, από το οποίο είχαμε ξεκινήσει πριν από 4 μέρες. Γύρισα στη Szilvia για να της κάνω ένα ακόμα V και την είδα να κλαίει. Έτρεχε κι έκλαιγε. Κανονικά θα έπρεπε να έχω την ίδια αντίδραση, αλλά η συμπεριφορά πολλών πραγμάτων είχε ξεφύγει κατά πολύ απ’ ό,τι θεωρείται κανονικό, σ’ αυτόν τον αγώνα.
Δυο χιλιόμετρα ακόμα. Τρέχαμε, ακόμα πιο γρήγορα τώρα. Είχαμε σαφώς κερδίσει περιθώριο χρόνου, αλλά δεν μας σταματούσε τίποτα πια. Κανένας φόβος και καμιά φοβία. Έτρεχα για να μηδενίσω την απόσταση που χωρίζει την επιθυμία μου από την εκπλήρωσή της. Έτρεχα για να τοποθετήσω αυτήν την δοκιμασία σ’ ένα ένδοξο παρελθόν. 500 μέτρα. Στο βάθος, φιγούρες να χειρονομούν. Και το ρολόι πάνω στο Π, μια ηλεκτρονική κλεψύδρα που άδειαζε το τελευταίο της περιεχόμενο, σταθερό στις 6 ώρες, σταθερό στα 50 λεπτά, να τρέχει κι αυτό μαζί μας τα 2, τα 3 και, επιτέλους, τα τελευταία δευτερόλεπτά του.